Ο ιστορικός φασισμός είναι γενικά (και συχνά αφηρημένα) γνωστός, αν και συμπυκνώνεται σε πρόσωπα (π.χ. στον Χίτλερ) διευκολύνοντας την παρανόηση και την σύγχυση: προφανώς ο «εθνικοσοσιαλισμός» είτε στη γερμανική είτε σε οποιαδήποτε άλλη εκδοχή του (και διεθνώς υπήρξαν πάρα πολλές, απ’ τις ηπα ως την ιαπωνία) δεν ήταν έργο ενός, δέκα ή εκατό ατόμων!
Είναι χρησιμότερο να υποδείξουμε πως ο ιστορικός φασισμός υπήρξε ο σκληρός πυρήνας του βιομηχανισμού. Της 2ης βιομηχανικής επανάστασης – ενάντια στο προλεταριάτο που η ίδια αυτή η επανάσταση στην οργάνωση της παραγωγής / κατανάλωσης δημιούργησε. Στη γερμανία για παράδειγμα, τα συμφέροντα βιομηχάνων όπως ο Fritz Thyssen και ο Gustav Krupp επέβαλαν εν τέλει την παράδοση της εξουσίας στους «εθνικοσοσιαλιστές» ως ανάχωμα στην κομμουνιστική εργατική τάξη: η επιτυχία της επανάστασης στη ρωσία ήταν πολύ πρόσφατη και η επαναστατική τριετία 1918 – 1920 πολύ επικίνδυνη για να αφεθούν οι γερμανικές βιομηχανίες στις «αβεβαιότητες» οποιουδήποτε είδους δημοκρατίας. Το ανάλογο ίσχυε και για την ιταλία: απέναντι στο πανιταλικό κύμα μαζικών ένοπλων καταλήψεων των εργοστασίων μόνο η φασιστική εξουσία θα μπορούσε να εγγυηθεί την περιφρούρηση της βιομηχανικής κερδοφορίας. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο επαναλήφθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της ευρώπης, και αργότερα στη λατινική αμερική και αλλού.
Το ζήτημα που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι ο ιστορικός φασισμός, ως το «ιδανικό» της 2ης βιομηχανικής επανάστασης, είχε στο κέντρο του την μορφή-εργοστάσιο: η οργάνωση της πειθαρχίας της παραγωγής / εργασίας στο μαζικό εργοστάσιο ήταν το μοντέλο για την οργάνωση των υπόλοιπων σημαντικών τομέων της παραγωγής και της κοινωνικής αναπαραγωγής: το νοσοκομείο, το σχολείο, η δημόσια διοίκηση ήταν πειθαρχημένα εργοστάσια. Μ’ άλλα λόγια ο ιστορικός φασισμός είχε στο κέντρο του την παραγωγή· και από εκεί απλωνόταν στην κυκλοφορία και στην εργατική / κοινωνική αναπαραγωγή.
Η μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο καπιταλιστική οργάνωση και διαχείριση ονομάστηκε «κεϋνσιανή» κυρίως για οικονομικούς λόγους. Αλλά το σημαντικότερο ήταν η πολιτική θέση στη βάση της ανάλυσης του Κέυνς: η αναγνώριση της εργατικής τάξης, των συμφερόντων της και της συνδικαλιστικής (ή και της πολιτικής) εκπροσώπησής της ως ανεξάρτητης μεταβλητής στο εσωτερικό της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτό που οι μεταπολεμικές γενιές στον δυτικό κόσμο ονόμασαν «δημοκρατία» ήταν στην ουσία η αναγνώριση της καπιταλιστικής ανάγκης για «διαπραγμάτευση», σαν «δημοκρατία» ήταν στην ουσία η αναγνώριση της καπιταλι ελεγχόμενη μεν αλλά διαπραγμάτευση, ανάμεσα σε ταξικά υποκείμενα («κοινωνικοί εταίροι»…) με διαφορετικά έως και αντίθετα συμφέροντα.
Οπωσδήποτε το περιτύλιγμα των μεταπολεμικών δημοκρατιών (εντός ή εκτός εισαγωγικών…) ή, ειπωμένο αλλιώς, το περιτύλιγμα της οριοθετημένης διαπραγμάτευσης μεταξύ των «κοινωνικών εταίρων» (και ο διαιτητικός ή και πατερναλιστικός ρόλος του «κοινωνικού κράτους») σερβιρίστηκε ως το τέλος, ως η κορύφωση μιας διαδρομής αιώνων κοινωνικής οργάνωσης. Ως το «τέλος της Ιστορίας». Αλλά η ψευδαίσθηση της αιωνιότητας των θεσμίσων αυτής της ιστορικής περιόδου στην καπιταλιστική δύση είχε σοβαρές προϋποθέσεις που δεν αναγράφονταν στη συσκευασία. Πρώτον, ότι στον εκτός δύσης πλανήτη η αδιαλλαξία και η βία της πρωταρχικής συσσώρευσης (σε πρώτες ύλες και εργασία) θα συνεχιζόταν αδιατάρακτη. Και δεύτερον ότι δεν θα εμφανιζόταν μια καπιταλιστική αμφισβήτηση της δυτικής καπιταλιστικής ηγεμονίας, της δυτικης ηγεμονίας στη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση». Ξέρουμε ότι αυτές οι προϋποθέσεις δεν ισχύουν πια.
Ο δυτικός νεοφιλελευθερισμός, απ’ την δεκαετία του ’90 και μετά, συρρίκνωσε όσο τον συνέφερε την υποχρέωση διαπραγματεύσης απ’ την μεριά των αφεντικών. Επιπλέον η «μετατόπιση της ευθύνης» για τις κεντρικής σημασίας αποφάσεις απ’ την «πολιτική του κράτους» στις «απόψεις των ειδικών» άρχισε να τεχνικοκρατικοποιεί (και να αποπολιτοποιεί) τις ταξικές / κοινωνικές αντιπαραθέσεις, διακριτικά ήδη απ’ την δεκαετία του 1980· και με επιτάχυνση στη σύντομη διάρκεια του «τέλους της ιστορίας».1
Ενδεικτικά μεταξύ άλλων γράφαμε τότε (ο τονισμός τωρινός):
… Η επαναθεμελιώση του επιθυμητού στο παρελθόν (του 19ου αιώνα σίγουρα) “ολιγαρχικού νοήματος” της δημοκρατίας – των – εκπροσώπων άρχισε, έτσι, απ’ την δεκαετία του 1980 παράλληλα με την διαρκή επέκταση των μεσολαβήσεων της αγοράς· των μεσολαβήσεων του χρήματος. Συνοδευόμενη (αυτή η μετασχηματιζόμενη δημοκρατία) όχι μόνο απ’ την ενίσχυση των κατασταλτικών βραχιόνων της, αλλά και απ’ την διάχυση του κορπορατιβισμού, τόσο σε σχέση με τους εργάτες όσο και σε σχέση με κάθε άλλο διεκδικητικό υποκείμενο. Το στελεχικό προσωπικό των κομμάτων μπορούσε τώρα να απολαύσει ευκολότερα (αν και όχι ανοικτά) τα συντεχνιακά του συμφέροντα. Και, δεν χρειάζεται να το θυμήσουμε: ο κορπορατιβισμός, σαν αγοραίοι συσχετισμοί δύναμης, είχε στην υψηλότατη κορυφή του εκείνους που κατείχαν τη δύναμη του χρήματος. … Εκείνο που επιχειρήσαμε να δείξουμε (ή να θυμίσουμε) είναι πως αυτό που εμφανίζεται σαν το “πολιτικό κέντρο” του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους, δηλαδή το κοινοβούλιο, η κυβέρνηση, τα κόμματα, οι εκλογές και οι κατιόντες θεσμοί πολιτικής διοίκησης / διεύθυνσης, δεν συνιστούν την πραγματικότητα (ούτε καν την κυρίως πραγματικότητα) της εξουσίας, αλλά μόνο ένα μέρος των αναπαραστάσεών της. Και μάλιστα το πιο ευκίνητο, ρευστό (και γι’ αυτό ιδιαίτερα αποπροσανατολιστικό) μέρος των αναπαραστάσεων της “κεντρικής” καπιταλιστικής εξουσίας, επειδή εκεί, σ’ αυτούς τους θεσμούς, εξασφαλίζεται (ή εκβιάζεται) η “κοινωνική συναίνεση”. Αν δεν φτάνει η δική μας ανάλυση και κάποιοι χρειάζονται “βαριά ονόματα” για να δώσουν σημασία σ’ αυτήν την πραγματικότητα, μπορούν να στραφούν στο “Ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας” του Johannes Agnoli. Σε κάποιο σημείο, κριτικάροντας την άποψη περί “ειρηνικής επανάστασης μέσα στους (και μέσα απ’ τους) θεσμούς” ο Agnoli σημειώνει: … Η ειρηνική επανάσταση με τη συγκατάθεση της πλειοψηφίας του λαού προϋποθέτει τη συγκατάθεση των κυρίαρχων γι’ αυτή τη διαδικασία· κι αυτό σημαίνει: τη συμφωνία τους ότι ο λαός επιτρέπεται να κάνει τους κανόνες ενός ολιγαρχικού παιχνιδιού αγωνιστικούς κανόνες μιας κοινωνικής επανάστασης. Και σ’ αυτό το σημείο, όπου η κοινοβουλευτική αριστερή αντιπολίτευση θα μπορούσε να γίνει πρακτική και να αποκοινοβουλευτοποιηθεί, αυτή η ιδέα [της ειρηνικής επανάστασης…] διαλύεται. Η συντηρητική συμφωνία έγκειται στη διαρκώς ανανεωνόμενη συμφωνία των ολιγαρχιών για την μορφή και το περιεχόμενο της πολιτικής. Αυτή η συμφωνία που χειραγωγικά κατευθύνεται προς τα κάτω και γίνεται γενική συγκατάθεση του πληθυσμού για το κυβερνητικό σύστημα, αφήνει πάντα αρκετό περιθώριο για πραγματιστικές και τακτικές διαφορές: στον τομέα της πολιτικής των επιχορηγήσεων, της κοινωνικής πολιτικής και για αποφάσεις που λαμβάνονται στο κατώτερο, στο πιο ασήμαντο επίπεδο κοινωνικών συμφερόντων. …
Το γεγονός ότι ο Agnoli έγραφε τέτοια πράγματα το 1967 δίνει στην προσέγγισή του την ισχύ πρόγνωσης2. Μεταξύ (χοντρικά) του 1965 και του 1975 τα περισσότερα απ’ τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη έπεσαν σε μια πραγματική “κρίση διεύθυνσης”, κι αυτό λόγω της έντασης του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού. Η συντεταγμένη στροφή προς την “ολιγαρχική διεύθυνση” και την εικονική δημοκρατία (σε ότι αφορά τους θεσμούς) άρχισε σαν απάντηση των αφεντικών σε πολύ πραγματικά προβλήματα· και θεμελειώθηκε τις επόμενες δεκαετίες, αρχίζοντας απ’ αυτήν του 1980.
Η απάντηση στην «κρίση διεύθυνσης» μεταξύ 1965 και 1975 ήταν ο νεοφιλελευθερισμός και ο Εαυτός-Κεφάλαιο. Η απάντηση στην «κρίση του Εαυτού – Κεφάλαιου» ήταν / είναι η ιατρικοποίηση / μηχανοποίηση3. Ποια όμως θα ήταν απ’ την μεριά των δυτικών αφεντικών η απάντηση (εντός ή εκτός εισαγωγικών) στην αμφισβήτηση – που – έρχεται – απ’ έξω, στην δομική κρίση της πλανητικής τους ηγεμονίας;
Την βλέπουμε να διαμορφώνεται ήδη: το βιο-πληροφορικο-μιλιταριστικό σύμπλεγμα, που αξιοποιώντας στοιχεία του ιστορικού φασισμού, του φασισμού 1.0, εγκαθίσταται ως φασισμός 2.0. Καθόλου απρόβλεπτο!
αλγοριθμικός ολοκληρωτισμός
Η «μετατόπιση» της υποστήριξης της αμερικανικής τεχνολογικής ολιγαρχίας (της λεγόμενης Silicon Valley) στις εκλογές του 2024 απ’ τους «δημοκρατικούς» στον Trump ήταν ορατή. Ωστόσο σπάνια, πολύ σπάνια αναλύθηκε ως στρατηγική αλλαγή προσανατολισμού στη μορφή και στο περιεχόμενο της άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας στη δύση. Ό,τι συμβαίνει στην παρακμιακή άλλοτε «μόνη υπερδύναμη» αποδίδεται μόνιμα στα καπρίτσια ενός 80χρονου και στις «αυτοκρατορικές» φιλοδοξίες «του»!!! Ως εάν η πλήρης ημερών αποδήμησή του (όπου νάναι πατάει τα 80…) κάποια στιγμή νωρίτερα ή αργότερα να σημάνει και το τέλος αυτής της μετασχηματιστικής «παρένθεσης». Όχι βέβαια! Η «προσωποποίηση» είναι άλλη μια (τετριμμένη) τακτική αποπροσανατολισμού.
Ωστόσο τίποτα δεν έγινε ξαφνικά και … «προσωπολατρικά»! Οι αμερικάνοι πανεπιστημιακοί Martin Gilens (του Princeton) και Benjamin Page (του Northwest University) δημοσιοποίησαν τον Σεπτέμβρη του 2014 (στο site του Cambridge University Press) μια έρευνα με τίτλο Testing Theories of American Politics: Elites, Internest Groups, and Average Citizens για το τίνος τα συμφέροντα υπηρετούσαν οι αποφάσεις του αμερικανικού νομοθετικού / κογκρέσου. Εξέτασαν 1.800 περιπτώσεις για να διαπιστώσουν τεκμηριωμένα ότι οι αποφάσεις που θα ωφελούσαν τον «μέσο αμερικάνο» (ό,τι κι αν είναι αυτό το «μέσος αμερικάνος») ήταν αμελητέες, στατιστικά μηδαμινές σε σχέση με όσες εξυπηρετούσαν τα αφεντικά, όσο μεγαλύτερα τόσο περισσότερο. Το ενδιαφέρον είναι ότι η περίοδος που εξέτασαν ήταν απ’ το 1981 ως το 2002 – μια περίοδος 21 χρόνων που θα θεωρούνταν απ’ τις «πιο δημοκρατικές» της αμερικανικής εξουσίας / ιστορίας. Δεν ήταν – αλλά ούτε φαινόταν τι είναι!
Εκείνο που μια τέτοια έρευνα δεν επεδίωκε να δείξει ήταν η αλλαγή στη σύνθεση των αφεντικών του αμερικανικού καπιταλισμού για λογαριασμό των οποίων δούλευε (και δουλεύει) το νομοθετικό και (πλέον) απευθείας το εκτελεστικό.
Το 1960 οι 10 μεγαλύτερες βιομηχανίες στις ηπα (με βάση τους ισολογισμούς τους) ήταν κατά σειράν: General Motors, Exxon Mobil, Ford, General Electric, US Steel, Mobil, Bethlemen Steel, Texaco, Chrysler, Esmark. Τρεις χαλυβουργίες, τρεις αυτοκινητοβιομηχανίες, μία ηλεκτρομηχανών, τρεις πετρελαϊκές: η ακμή του βιομηχανικού καπιταλισμού.
To 1980 οι 10 μεγαλύτερες βιομηχανίες στις ηπα ήταν κατά σειράν οι: Exxon Mobil, General Motors, Mobil, Ford, Texaco, ChevronTexaco, Gulf Oil, IBM, General Electric, Aramco. Δύο αυτοκινητοβιομηχανίες, έξι πετρελαϊκές (με πεδίο δράσης εντός και εκτός αμερικανικών συνόρων), μία ηλεκτρομηχανών και μία πληροφορικής. Καμία χαλυβουργία (: πρώτη ύλη…)
Το 2024 οι 10 μεγαλύτερες εταιρείες στην ίδια καπιταλιστική επικράτεια ήταν κατά σειράν οι: Walmart, Amazon, Apple, United Health Group, Berkshire Hathaway, CVS Health, Exxon Mobil, Alphabet, McKesson, Cencora. Μία «επενδύσεων κεφαλαίου», δύο πληροφορικής, μία πετρελαϊκή, δύο εμπορικές (η μία και «υπηρεσιών διαδικτύου») και τέσσερεις εμπορίου υπηρεσιών υγείας. Βιομηχανία με την κλασσική έννοια θα βρει κάποιος μόλις στις θέσεις 18 και 19, την General Motors και την Ford, μέσα σ’ ένα δάσος λιανεμπορικών αλυσίδων, τραπεζών, εταιρειών εμπορίου υπηρεσιών υγείας και μιας πληροφορικής (την Microsoft).
Τα πιο πάνω στοιχεία είναι ενδεικτικά μεν αλλά ισχυρά ενδεικτικά για το ζήτημα που μας ενδιαφέρει εδώ. Ο φασισμός 2.0 δεν έχει (στις ηπα κατ’ αρχήν…) και δεν μπορεί να έχει ως κέντρο του την μορφή-εργοστάσιο· ούτε ως πεδίο κατ’ αρχήν συγκρότησης την μαζική βιομηχανική εργασία / παραγωγή. Έχει στο κέντρο του, αντίθετα, την κυκλοφορία και την κοινωνική αναπαραγωγή· και την μορφή-δίκτυο. Έχει επίσης ως κατ’ αρχήν υποκείμενο-στόχο την σύγχρονη εργατική τάξη του τριτογενούς τομέα (που δουλεύει αλλά και ζει «δικτυωμένη»…)· αλλά και οποιονδήποτε άλλον! Για λογαριασμό των όρων και των προδιαγραφών της 4ης βιομηχανικής επανάστασης.
«Αλλάξτε τον αλγόριθμο!» Διότι η κυκλοφορία των απόψεων διευθύνεται από κάποιον αόρατο ψηφιακό τροχονόμο που έχει ιδιοκτήτη…
Δεν πρόκειται για μια μικρή μετατόπιση αλλά για «αλλαγή παραδείγματος» ως προς το κέντρο (δηλαδή τα χαρακτηριστικά) του φασισμού 2.0. Από ιδεολογική άποψη, για παράδειγμα, ο φασισμός 1.0 αντέγραψε και αξιοποίησε διάφορα κλισέ της αριστοκρατίας-του-αίματος, άσχετα μεν με την 2η βιομηχανική επανάσταση, χρήσιμα όμως για ένα ιστορικό μπρος-πίσω ώστε να γίνει πιο έντονη η συνειδησιακή σύγχυση των υπηκόων τότε. Τα αφεντικά του φασισμού 2.0 αντιγράφουν επίσης κλισέ της αριστοκρατίας (του … “πνεύματος” και του μονοπωλίου της καινοτομίας!) που δεν προορίζονται για μαζική πλύση εγκεφάλου. «Κάθονται πάνω» στον φασισμό της πολιτιστικής διαφοράς («διαφορικός ρατσισμός», μια φάση της εξέλιξης απ’ τον φασισμό 1.0 στον φασισμό 2.0: μετανάστες) κάνοντας όπου χρειάζεται μπρος πίσω, προωθώντας το κατακάθι για μαζική χρήση. Το κύριο πεδίο / κατ’ αρχήν στόχος τους είναι ωστόσο το κοινωνικό εργοστάσιο στο σύνολο του. Όχι μόνο ως παραγωγή εμπορευμάτων (στη δύση) αλλά επίσης ως παραγωγή υπηρεσιών, διακίνηση ιδεών, κοινωνικές σχέσεις, κατανάλωση, πρότυπα, φυσική αναπαραγωγή.
Πρόκειται για de facto ρευστές διαδικασίες. Ο στόχος των αφεντικών του φασισμού 2.0 είναι ο έλεγχος αυτής της ρευστότητας / πολλαπλότητας: να μην ξεχειλίζει ερήμην τους, να μην στρέφεται εναντίον τους. Ένα παράδειγμα είναι ο αγώνας-για-την-λογοκρισία στο διαδίκτυο, ξεκινώντας απ’ τις πυκνώσεις της «κυκλοφορίας» σ’ αυτό, τα (αντι)κοινωνικά μέσα. Οι ειδικοί στόχοι της λογοκρισίας κάθε φορά αλλάζουν. Πότε «η άρνηση εμβολιασμού», πότε «η άρνηση ουκρανοφιλίας», πότε η υποστήριξη στην Παλαιστίνη – και πολλά ακόμα περιμένουν. Αφού δεν υπάρχει ένα συμπαγές λειτουργικό κέντρο (όπως ήταν ο έλεγχος της βιομηχανικής εργασίας / παραγωγής για τον φασισμό 1.0) του οποίου η περιφρούρηση να είχε ανάγκη τον έλεγχο όλων των υπόλοιπων έξω απ’ αυτό κέντρο αλλά, αντίθετα, πρέπει να καναλιζαριστούν / ελεγχθούν χωρίς να εξαφανιστούν εντελώς οι ροές – του – κοινωνικού – υλικού οι «επικοινωνίες» (με πρώτες και καλύτερες τις ψηφιακές) διαμορφώνουν μια καιροσκοπική διάσταση για τον φασισμό 2.0. Μέχρι τώρα.
Μια μικρή παρέκβαση εδώ. Δεν είναι καθόλο της μόδας να σχετίζεται ο φασισμός 1.0 με την υλική / τεχνολογική βάση του καπιταλισμού εκείνης της περιόδου. Ο λόγος είναι ότι τονίζονται τα καταστροφικά του στοιχεία (κυρίως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο 2ος παγκόσμιος) με τρόπο που δεν επιτρέπει να κλονιστεί η γενική εμπιστοσύνη στον καπιταλισμό. Ωστόσο περίοδοι βίας, βάρβαρης βίας, μαζικών “εκκαθαρίσεων” ολόκληρων πληθυσμών, είχαν υπάρξει και νωρίτερα. Όχι μόνο τον 19ο αιώνα αλλά και τους προηγούμενους, της αποικοκρατίας / ιμπεριαλισμού. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του φασισμού 1.0 δεν είναι η βία του αλλά η βιομηχανική οργάνωσή της. Επιπλέον ήταν ακριβώς το ίδιο και πριν το ξέσπασμα του 2ου παγκόσμιου: κανείς δεν χωρίζει τον φασισμό 1.0 σε δύο περιόδους, μια ειρηνική και μια πολεμική! Πριν τον πόλεμο ο φασισμός 1.0 ήταν οριτζινάλ φασισμός, περιστρεφόμενος γύρω απ’ το “μεγάλο εργοστάσιο”, την μαζική παραγωγή, τον φορντισμό / ταιηλορισμό, τις τεχνολογικές ανακαλύψεις (π.χ. ραδιόφωνο, κινηματογράφος), που ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακές για τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Το σύνθημα “η εργασία απελευθερώνει” στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν θα το συναντούσε κανείς στις γεμάτες με χιλιάδες δούλους μπαμπακοφυτείες της αμερικής: ήταν ένα σύνθημα επιστημονικής υποτίμησης της δουλειάς (και των μισθωτών εργατών), “συνεπές με την εποχή του”.
Στους (διευρυμένους) κύκλους των τεχνο-afisionados η λεγόμενη “τεχνητή νοημοσύνη” λέγεται χαϊδευτικά “ταιηλορισμός 4.0”. Και οι χρήστες των σύνθετων αλγορίθμων “γεννήτριες δεδομένων”. Παρότι το δεύτερο δεν είναι ιδιαίτερα τιμητικό, είναι πολύ κοντύτερα στην αλήθεια απ’ την μεταφυσική και παραπλανητική ιδέα μιας δήθεν αμφίδρομης σχέσης μεταξύ χειριστών μηχανών και αλγορίθμων. Περισσότερο ή λιγότερο σύνθετων.
Το γιατί η ψηφιοποίηση στο σύνολό της πατάει γερά πάνω στις βάσεις του ταιηλορισμού (: 2η βιομηχανική επανάσταση…) είναι ένα μεγάλο θέμα που απαιτεί την δική του ανάλυση. Αλλά το στοιχείο που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι η ψηφιοποίηση δεν αφορά μόνο την επιστημονική διαχείριση της εργασίας που ο Τάιηλορ εισηγήθηκε πειστικά, δηλαδή την μηχανοποίηση της χειρωνακτικής εργασίας. Αφορά την (ψηφιακή) μηχανική μεσολάβηση, και εν τέλει τον έλεγχο και την οργάνωση, των πάντων: απ’ το φλερτ ως τις υγιεινιστικές αγωνίες, συμπεριλαμβανόμενων φυσικά όλων των μορφών εργασίας.
Παράδοξο ή όχι ο ίδιος ο Ταίηλορ, πεισμένος για την αξία και την απόδοση της μηχανοποίησης, είχε φανταστεί – εκεί, στις αρχές του 20ου αιώνα – την γενίκευση της μηχανοποίησης και εκτός εργοστασίων. Σε αρκετές πλευρές της δημόσιας διοίκησης αλλά και της καθημερινής ζωής.
Χρειάστηκαν δεκαετίες για να προχωρήσει αυτό το έργο του ελέγχου-της-απόδοσης παντού. Το “πέρασμα” άνοιξε με την σταδιακή μηχανοποίηση της διανοητικής εργασίας· για να προχωρήσει πια στην μηχανοποίηση κάθε διανοητικής, αισθητικής, ή ακόμα και ηθικής ζωντανής διαδικασίας (: σύνθετοι αλγόριθμοι / ΑΙ στην υπηρεσία των πολέμων). Έτσι ό,τι θεωρήθηκε από διάφορες φιλοσοφίες η ακλόνητη βάση της οποιασδήποτε κοινωνικής ζωής, το υποκείμενο, ξέπεσε σε “γεννήτρια δεδομένων”, προς μηχανική κατεργασία και διαμόρφωση.
Κι έτσι “ξαφνικά” η δημοκρατία (ο φερετζές της, ας την πούμε έτσι, διακριτικής μεταπολεμικής ολιγαρχικής εξουσίας) είναι περιττή, κακή, μπορεί και επικίνδυνη. Τα ολιγαρχικά αφεντικά της 4ης βιομηχανικής επανάστασης είναι «αποεδαφικοποιημένα»: δεν έχουν απέναντι τους την ανά περίπτωση συγκεκριμένη εργατική τάξη της συγκεκριμένης (απ’ την μεριά τους) παραγωγής / απόσπασης της υπεραξίας. Κερδοφορούν μέσα της (εύκολης) διακίνησης αντιγράφων software και, κυρίως, μέσω της είσπραξης ενοικίων απ’ την κίνηση ηλεκτρονίων (: «πληροφοριών») στο διαδίκτυο. Συνειδητά ή όχι τοποθετούν τους εαυτούς τους σε θέση ανάλογη μ’ εκείνη την προκαπιταλιστικής αριστοκρατίας, που συσσώρευε πλούτο απ’ τις γεωπροσόδους. Γι’ αυτό άλλωστε έχουν και προωθούν νεο-Μαλθουσιανές ιδέες. Αντιλαμβάνονται την ιστορική «δημοκρατία» ως ενόχληση, ως περιττό έξοδο.
Και την ελευθερία επίσης την θεωρούν προβληματική κατά περίπτωση· εννοώντας ως ελευθερία (οπωσδήποτε) την ακτίνα δράσης και έκφρασης του (συχνά αλλοπαρμένου, συγχυσμένου…) Εαυτού-Κεφάλαιο. Το 2020 και το 2021, με τα κατ’ οίκον κλειδαμπαρώματα και τις τιμωρίες «αν δεν δώσεις μπράτσο» ήταν η φασιστική 2.0 «εκπαίδευση», που δεν πρέπει να ξεχαστεί. (Όπως και ποιοι την υποστήριζαν στο όνομα του … «κοινού καλού»…)
Μ’ άλλα λόγια ο φασισμός 2.0 όπως εξελίσσεται και επιβάλλεται δεν επιδεικνύει την δύναμή του με κτηνώδεις σε μέγεθος φυσικές συγκεντρώσεις που επευφημούν τον «ηγέτη».
Τέτοιες υπάρχουν φυσικά, αλλά αφορούν την αποθέωση εμπορευμάτων∙ αφορούν την κατανάλωση. Οι ηγέτες τώρα μπορούν (και πρέπει!!!) να ισχυρίζονται πως οι ρυθμίσεις γίνονται και οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσω μηχανικής ουδετερότητας και «ανιδιοτέλειας» (: σύνθετοι αλγόριθμοι / ΑΙ) της οποίας είναι φυσικά οι ιδιοκτήτες. Δεν χρειάζονται «ούραα!!» και «ζήτω!!!»: μπορούν να παραχωρήσουν αυτήν την απόλαυση σε «μπροστινούς», πολιτικές βιτρίνες.
H εφημερίδα «ναυτεμπορική», που δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ τον πειρασμό της προσωποποίησης, κάτω απ’ τον τίτλο Οι κύκλοι της εξουσίας και το «ματι» της Palantir: Πως ο Peter Thiel έγινε αθόρυβα ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο έγραφε στις 28 Σεπτέμβρη του 2025 στο site της μεταξύ άλλων:
Στο σταυροδρόμι της τεχνητής νοημοσύνης, της κρατικής ασφάλειας, της μαζικής συλλογής δεδομένων και της ιδεολογικής επιδίωξης μιας τεχνοκρατίας της «αποδοτικότητας» αναδύεται μια εταιρεία και ένας άνθρωπος: η Palantir και ο Peter Thiel.
Ο αθόρυβος επενδυτής που ξεκίνησε με το Paypal έχει εξελιχθεί σε αρχιτέκτονα ενός πλέγματος εξουσίας που απλώνεται από τα data centers μέχρι τις αίθουσες αποφάσεων του Λευκού Οίκου.
Ο Robert Reich εξηγούσε σε άρθρο του στον Guardian προ μηνών πώς ο Thiel επέκτεινε την ισχύ του. Βάλτε τέσσερεις κύκλους πάνω στο χαρτί: στον πρώτο, όλα τα assets της αμερικανικής τεχνητής νοημοσύνης· στον δεύτερο, τα μέσα και τους πόρους του αμερικανικού στρατού· στον τρίτο, όσα αφιερώνονται στη μαζική συλλογή και συρραφή προσωπικών δεδομένων εκατομμυρίων πολιτών· στον τέταρτο, εκείνο το κομμάτι της Silicon Valley που με ιδεολογικό ζήλο θέλει να αντικαταστήσει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία με μια τεχνοκρατία «αποδοτικότητας».
Όπου τέμνονται αυτοί οι κύκλοι αναδύεται ένα όνομα: Palantir Technologies. Και πίσω της ο Peter Thiel – επενδυτής, ιδρυτής και «βασιλιάς» μιας νέας τάξης ισχύος που απλώνεται από τα data centers μέχρι τα δωμάτια λήψης αποφάσεων του Λευκού Οίκου.
Στον κόσμο του Tolkien η Palantir είναι μια βλέπουσα σφαίρα: δείχνει, αλλά και παραπλανά. Η ομώνυμη εταιρεία που ίδρυσαν το 2003 ο Peter Thiel με τους Alex Carp, Steven Kohen και Joe Lonsdale έγινε το εργαλείο που υπόσχεται να «ράψει» κάθε θραύσμα πληροφορίας σε μια ενιαία εικόνα.
(Κατά καιρούς όλο και κάποιος διαφημίζεται ως «ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο». Πριν τον Thiel ήταν ο Gates. Είναι ίσως για παρηγοριά: αν συγκεντρώσουμε όλοι οι υπόλοιποι-του-κόσμου την σκέψη μας σ’ αυτόν τον ένα (οποιονδήποτε) ισχυρότερο μπορεί να σπάσει το πόδι του. Ή το κεφάλι του, και να ησυχάσουμε…)
Η Palantir; Ναι, αυτή αναδεικνύεται σε ένα καλό χειραγωγικό εργαλείο, σ’ ένα απ’ τα βασικά όπλα του φασισμού 2.0. Πρόκειται για έναν κτηνώδη αλγοριθμικό απορροφητήρα δεδομένων (data) από οποιανδήποτε συσκευή και λειτουργικό δυτικής (κατά κύριο λόγο αμερικανικής) κατασκευής που είναι συνδεδεμένα στο internet. Χωρίς την έγκριση ή την γνώση κανενός – φυσικά! Διαχειρίζεται και διαμορφώνει το output ανάλογα με τον πελάτη: στρατοαστυνομικό σύμπλεγμα, σύμπλεγμα της νοσηρότητας, κλπ.
Δεν είναι το μοναδικό. Μόνο που όλοι οι ιδιοκτήτες, κατασκευαστές και χειροκροτητές αυτών των όπλων ξεχνούν κάτι: όλα στηρίζονται στη συνεχή και αδιάκοπη ροή data. Αν αυτή σταματήσει τότε η … «βλέπουσα σφαίρα» τυφλώνεται. Δεν έχει ιδέα τι γίνεται.
Μια μεγάλης διάρκειας διακοπή ρεύματος… Ή, ακόμα καλύτερα μια συνειδητή, μαζική «απεργία χρήσης ψηφιακών μηχανών και δημιουργίας δεδομένων» : αν τα αφεντικά του φασισμού 1.0 μισούσαν φανερά τις εργατικές απεργίες, τα αφεντικά του φασισμού 2.0 είναι αναγκασμένα να μισούν κρυφά εκείνο που φανερά θεωρούν αδιανόητο: να αντιδράσουν οι μάζες τις οποίες υποτιμούν θεωρώντας τες εξαρτημένες…
Ziggy Stardust
Την διαδικασία αυτή περιγράψαμε σε τρεις διαδοχικές συνέχειες στο χάρτινο Sarajevo νο 78, τον Νοέμβρη του 2013, νο 80 τον Γενάρη του 2014 και νο 90 τον Δεκέμβρη του 2014 κάτω απ’ τον κοινό τίτλο κοινοβουλευτισμός, εξουσία, κράτος. (Αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων ότι απλά υπηρετήσαμε για μια ακόμα φορά μάταια τα εργατικά μας καθήκοντα). ↩︎
Η ανάλυση του Agnoli γράφτηκε το 1967 και στα ελληνικά κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972 απ’ τις εκδόσεις «επίκουρος». Αν ξέρουμε σωστά έχει επανεκδοθεί σε μια συλλογή (και μεταγενέστερων) κειμένων του Agnoli απ’ τις εκδόσεις «κψμ». ↩︎
Αναλυτικά στο τετράδιο για εργατική χρήση νο 4, Δεκέμβρης 2019 (Ο εαυτός ως κεφάλαιο, το κεφάλαιο ενάντια στον εαυτό, ψυχολογικοποίηση και μηχανοποίηση) και νο 6, Σεπτέμβριος 2022 (η Ζωτική δύναμη και ο σφετερισμός της, διάλυση και ανασύνθεση του Εαυτού-Κεφάλαιο). ↩︎