Το άρθρο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση ενός κειμένου του αμερικανού καθηγητή Benjamin Peters. Μαζί με τον Slava Gerovich (με έδρα επίσης στις Η.Π.Α., αλλά με ρωσική καταγωγή), είναι οι δύο ιστορικοί που έχουν μελετήσει πιο επισταμένα (τουλάχιστον στη δύση) τις εξελίξεις της κυβερνητικής στην Σοβιετική Ένωση. Στο παρόν κείμενο εξετάζονται κάποια από τα στιγμιότυπα της εξέλιξης των σοβιετικών συστημάτων δικτύωσης, μετά την εμφάνιση του ARPANET στις Η.Π.Α. Σκοπός της αναδρομής αυτής δεν είναι φυσικά ένας στείρος ιστορικισμός που παραθέτει γεγονότα ατάκτως εριμμένα προς τέρψη ηδονοβλεψιών της (σοβιετικής) ιστορίας. Ακόμα και μέσα από μία τέτοια σύντομη περιήγηση αναφαίνονται κάποια κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τις κοινωνικές διαστάσεις της όποιας τεχνολογίας (εν προκειμένω αυτής των συστημάτων δικτύωσης) και διαγράφονται κάποιες πρωτόλειες, αχνές απαντήσεις. Ένα βασικό ερώτημα: γιατί μία δεδομένη τεχνολογία μπορεί να ριζώνει και να εξαπλώνεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό μόρφωμα (το διαδίκτυο στις Η.Π.Α.), αλλά να μαραίνεται σε ένα άλλο (στη Σοβιετική Ένωση);
Ο Peters επιχειρεί εδώ να δώσει μία πρώτη απάντηση, ίσως όχι απολύτως ικανοποιητική και πλήρη, εστιάζοντας κατά κύριο λόγο στις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις του σοβιετικού συστήματος. Από την άλλη, αγνοεί τον ρόλο που οι τεχνολογίες δικτύωσης έπαιξαν στο να αναμορφώσουν στη δύση τις μορφές εργασίας προς κατευθύνσεις πιο ευέλικτες ακριβώς τη στιγμή που οι εργατικές αρνήσεις βρίσκονταν σε μία κορύφωση. Πιο σημαντική συνεισφορά του κειμένου ενδεχομένως είναι το ότι αναδεικνύει το «εφήμερο» και «παροδικό» (με την έννοια του ιστορικά ενδεχομενικού) διαφόρων τεχνολογικών συμπλεγμάτων που θεωρούμε αυτονόητα. Το γεγονός ότι το διαδίκτυο συνδέθηκε στη δύση με την ελευθερία, αρχικά ιδεών και στη συνέχεια και εμπορευμάτων, δεν σημαίνει ότι θα εξακολουθεί εσαεί να διατηρεί αυτή τη μορφή. Τα κρυπτονομίσματα, από την άλλη, μόλις την τελευταία δεκαετία έκαναν την εμφάνισή τους στη δύση, τη στιγμή που η ιδέα υπήρχε εν σπέρματι στα σοβιετικά επιστημονικά μυαλά πριν δεκαετίες.
Το ενδιαφέρον είναι ότι εκεί δεν προτάθηκαν με τα ίδια κίνητρα που προτάθηκαν στη δύση (ενός μη κεντρικά ελεγχόμενου μέσου πληρωμών), αλλά με τα ακριβώς αντίθετα. Το ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι η κατάληξή τους στη δύση τείνει, με έναν ίσως διαλεκτικά διαστροφικό τρόπο, προς κάτι ιδιαζόντως «συγκεντρωτικό». Το πιο πιεστικό και δύσκολο ερώτημα που ανακύπτει, ωστόσο, από τέτοιου είδους ιστορικές αναδιφήσεις είναι το εξής: υπάρχουν συγκεκριμένα συστήματα σκέψης, συγκεκριμένες αντιλήψεις που να ενέχουν κάποιο χειραφετητικό ή καταπιεστικό δυναμικό, όπως εδώ η κυβερνητική που επιστρατεύθηκε κατά καιρούς για να δικαιολογήσει τόσο αποκεντρωμένα όσο και συγκεντρωτικά συστήματα λήψης αποφάσεων; Ή μήπως η οποιαδήποτε αντίληψη μπορεί να λάβει τη μία ή την άλλη μορφή, αναλόγως του από ποιον εκφράζεται και εντός ποιου ιστορικο-κοινωνικού συμφραζομένου εκφέρεται; Η απάντηση (αν υπάρχει) σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί εδώ, από ένα τέτοιο «απλώς» ιστορικό κείμενο. Τουλάχιστον όμως τίθεται το ερώτημα. Κάτι που είναι ήδη πολύ για τα δεδομένα των δυτικών υποτελών του 21ου αιώνα.
Separatrix
Το πρωί της 1ης Οκτωβρίου 1970, ο Βίκτορ Γκλουσκώφ, μηχανικός υπολογιστών, έφτασε στο Κρεμλίνο για να συναντηθεί με το Πολίτμπιρο. Ξύπνιος, με διαπεραστικά μάτια πίσω από τα μαύρα γυαλιά του, ήταν από εκείνο το είδος ανθρώπου που, αν του δώσεις ένα πρόβλημα, θα σου βρει λύση όχι μόνο για αυτό, αλλά και για όλα τα προβλήματα παρόμοιας φύσης. Και η Σοβιετική Ένωση είχε ένα σοβαρό πρόβλημα εκείνη την εποχή. Έναν χρόνο νωρίτερα, οι Η.Π.Α. είχαν θέσει σε λειτουργία το ARPANET, το πρώτο κατανεμημένο δίκτυο υπολογιστών βασισμένο στη λογική της εναλλαγής πακέτων το οποίο τελικά θα αποτελούσε τον προπομπό του διαδικτύου, όπως το ξέρουμε σήμερα. Ένα τέτοιο κατανεμημένο δίκτυο είχε σχεδιαστεί με στόχο να διατηρηθούν δίοδοι επικοινωνίας ανάμεσα στους επιστήμονες και στην κυβέρνηση ακόμα και στην περίπτωση πυρηνικής επίθεσης. Στο απόγειο του τεχνολογικού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο δυνάμεων, το δίκτυο αυτό είχε σκοπό να προσφέρει ένα προβάδισμα στις Η.Π.Α. Η Σοβιετική Ένωση όφειλε να βρει μία απάντηση.
Η πρόθεση του Γκλούσκωφ ήταν να εγκαινιάσει μία εποχή ηλεκτρονικού σοσιαλισμού. Το όνομα που έδωσε σε αυτό το γιγαντιαίων φιλοδοξιών πρόγραμμα: «Παν-εθνικό Αυτοματοποιημένο Σύστημα». Σκοπός του ήταν να βελτιστοποιήσει και να αναβαθμίσει τεχνολογικά ολόκληρο το σύστημα σχεδιασμένης οικονομίας. Οι οικονομικές αποφάσεις θα λαμβάνονταν και πάλι διαμέσου κρατικού σχεδιασμού και όχι μέσω ελεύθερης αγοράς, αλλά η λειτουργία του συστήματος θα επιταχυνόταν μέσω της χρήσης υπολογιστικών μοντέλων με τη δυνατότητα να προβλέπουν σημεία ισορροπίας πριν αυτά γίνουν πραγματικότητα. Αυτό που ήθελε ο Γκλούσκωφ ήταν πιο έξυπνες και γρήγορες αποφάσεις· ίσως κι ένα ηλεκτρονικό νόμισμα. Αυτό που χρειαζόταν ήταν το πορτοφόλι του Πολίτμπιρο.
Μόλις όμως μπήκε στο σπηλαιώδες γραφείο που θα γινόταν η συνάντηση εκείνο το πρωί, παρατήρησε δύο άδειες καρέκλες. Οι δύο ισχυρότεροι υποστηρικτές του έλειπαν. Βρήκε απέναντί του ένα τραπέζι γεμάτο από φιλόδοξους, βλοσυρούς υπουργούς, πολλοί εκ των οποίων εποφθαλμιούσαν για λογαριασμό τους τα κονδύλια του Πολίτμπιρο.
Μεταξύ 1959 και 1989, δεν ήταν λίγοι οι σοβιετικοί επιστήμονες και κυβερνητικοί αξιωματούχοι που αποπειράθηκαν να χτίσουν ένα εθνικό υπολογιστικό δίκτυο για κοινωνικούς σκοπούς. Έχοντας ακόμα ανοιχτές τις πληγές της από τον Β παγκόσμιο πόλεμο, η Σοβιετική Ένωση συνέχισε να επενδύει σε γιγαντιαία προγράμματα εκμοντερνισμού τα οποία είχαν καταφέρει να μεταμορφώσουν ένα διεσπαρμένο έθνος από αμόρφωτους αγρότες υπό τον τσάρο σε μία παγκόσμια πυρηνική δύναμη μέσα σε δύο μόλις γενιές.
Ένα αίσθημα νέων δυνατοτήτων διέτρεχε την χώρα μετά την απόφαση του Χρουτσώφ να αποκηρύξει την προσωπολατρία του Στάλιν το 1956. Μέσα σε αυτό το κλίμα, μία πλειάδα σοσιαλιστικών προγραμμάτων προτάθηκαν που είχαν σκοπό να δικτυώσουν την εθνική οικονομία. Μεταξύ αυτών και η παγκοσμίως πρωτοπόρα πρόταση να δημιουργηθεί ένα εθνικό δίκτυο για χρήση από τους πολίτες. Πατέρας της ιδέας αυτής ήταν ο στρατιωτικός ερευνητής Ανατόλυ Ιβάνοβιτς Κίτωφ.
Νεαρός, μικροκαμωμένος και με ιδιαίτερη έφεση στα μαθηματικά, ο Κίτωφ είχε ανέλθει στην ιεραρχία του Κόκκινου Στρατού κατά τον Β παγκόσμιο πόλεμο. Λίγο αργότερα, το 1952, διάβασε το μεγάλο πόνημα του Νόρμπερτ Βίνερ Cybernetics (1948) σε μία μυστική στρατιωτική βιβλιοθήκη. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν ένας νεολογισμός από την ελληνική λέξη για τον κυβερνήτη ενός σκάφους (τον πηδαλιούχο) και παρέπεμπε στη νέα επιστήμη των αυτόνομων πληροφοριακών συστημάτων. Με τη βοήθεια δύο βετεράνων επιστημόνων, ο Κίτωφ μετέφερε την κυβερνητική στα ρωσικά ως μία μέθοδο αυτο-κυβερνώμενων συστημάτων ελέγχου και επικοινωνιών με χρήση υπολογιστών. Υποτίθεται ότι το λεξιλόγιο της κυβερνητικής με τις εύπλαστες και ανάερες έννοιες του θα παρείχε στο σοβιετικό κράτος μία υψηλής τεχνολογίας εργαλειοθήκη ορθολογικής μαρξιστικής διακυβέρνησης, λειτουργώντας ως αντίδοτο στη λογική της βίας και της προσωπολατρίας που χαρακτήριζε την σταλινική περίοδο. Ακόμα – ακόμα ίσως και να κατάφερνε να εξασφαλίσει ότι δεν θα εμφανιζόταν ποτέ ξανά μία τέτοια δεσποτική, δικτατορική φιγούρα· τουλάχιστον αυτό ήταν το όνειρο των τεχνοκρατών.
Το 1959, όντας διευθυντής σε ένα μυστικό υπολογιστικό κέντρο έρευνας του στρατού, ο Κίτωφ αποφάσισε να διοχετεύσει «απεριόριστες ποσότητες αξιόπιστης υπολογιστικής ισχύος» προς την κατεύθυνση της βελτίωσης του σχεδιασμού της εθνικής οικονομίας. Αυτό ήταν και το πιο επίμονο πρόβλημα συντονισμού και διαχείρισης πληροφοριών που ταλάνιζε το σοβιετικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Για παράδειγμα, το 1962 ανακαλύφθηκε ότι ένα ανθρώπινο υπολογιστικό σφάλμα κατά την απογραφή του 1959 είχε προκαλέσει απόκλιση στην εκτίμηση του πληθυσμού κατά 4 εκατομμύρια. Ο Κίτωφ κατέγραψε τις σκέψεις του στο λεγόμενο «γράμμα του Κόκκινου Βιβλίου» και τις απέστειλε στον Χρουτσώφ. Μέσα στις προτάσεις του ήταν και το να επιτραπεί σε πολιτικούς οργανισμούς να κάνουν χρήση υπολογιστικών εγκαταστάσεων του στρατού για σκοπούς οικονομικού σχεδιασμού κατά τις βραδινές ώρες, όταν οι περισσότεροι στρατιωτικοί κοιμούνταν. Πίστευε ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο οι υπεύθυνοι οικονομικού σχεδιασμού θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν το υπολογιστικό πλεόνασμα του στρατού ώστε να προβαίνουν σε πραγματικό χρόνο σε διορθώσεις του πλάνου ακόμα και κατά τη νύχτα, αν αυτό ήταν απαραίτητο. Το όνομα που έδωσε σε αυτό το στρατιωτικό – πολιτικό εθνικό υπολογιστικό δίκτυο ήταν «Οικονομικό Αυτοματοποιημένο Σύστημα Διαχείρισης».
Απ’ ό,τι φαίνεται, οι στρατιωτικοί προϊστάμενοι του Κίτωφ υποκλέψανε το γράμμα του Κόκκινου Βιβλίου πριν αυτό προλάβει να φτάσει στον Χρουτσώφ. Αυτό που τους εξόργισε ήταν η υπόνοια ότι ο Κόκκινος Στρατός θα καλούνταν να διαμοιραστεί τους πόρους του με τους πολιτικούς υπεύθυνους του οικονομικού σχεδιασμού, τους οποίους πόρους ο Κίτωφ είχε χαρακτηρίσει ως κατώτερους από τις απαιτήσεις της εποχής. Στήθηκε ένα μυστικό στρατιωτικό δικαστήριο για να εξετάσει τα αμαρτήματα του τα οποία και κρίθηκαν αρκετά ώστε να του αφαιρεθεί η ιδιότητά του ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος για ένα χρόνο και αποπέμφθηκε μόνιμα από τον στρατό. Με αυτόν τον τρόπο τελείωσε, λοιπόν, η πρώτη απόπειρα για ένα εθνικό και δημόσιο υπολογιστικό δίκτυο.
Ωστόσο, η ιδέα παρέμεινε ζωντανή. Κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ένας άλλος επιστήμονας ανέλαβε να συνεχίσει στα χνάρια του Κίτωφ. Μάλιστα οι δυο τους δέθηκαν τόσο στενά μεταξύ τους ώστε τα παιδιά τους τελικά παντρεύτηκαν. Το όνομά του ήταν Βίκτορ Μιχαήλοβιτς Γκλούσκωφ.

Ο πλήρης τίτλος της πρότασης του Γκλούσκωφ είναι ενδεικτικός των επικών φιλοδοξιών του: Πανεθνικό Αυτοματοποιημένο Σύστημα Συλλογής και Επεξεργασίας Πληροφοριών για την Καταγραφή, τον Σχεδιασμό και την Διοίκηση της Εθνικής Οικονομίας. Όταν προτάθηκε για πρώτη φορά το 1962, το Πανεθνικό Αυτοματοποιημένο Σύστημα (ή OGAS από τα αρχικά του) είχε ως σκοπό να χτιστεί πάνω στην ήδη υπάρχουσα (αλλά και σε καινούρια) υποδομή τηλεφωνικών καλωδίων, ως ένα εθνικό υπολογιστικό δίκτυο πραγματικού χρόνου και απομακρυσμένης πρόσβασης. Κατά τις πιο φιλόδοξες εκδοχές του, σχεδιαζόταν να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της ευρασιατικής ηπειρωτικής μάζας λειτουργώντας σαν ένα νευρικό σύστημα με κόμβους σε κάθε εργοστάσιο και κάθε επιχείρηση της σχεδιασμένης οικονομίας. Η αρχιτεκτονική του δικτύου είχε ιεραρχική δομή, δομημένο στη λογική μίας πυραμίδας τριών επιπέδων, κατ’ αντανάκλαση της δομής του κράτους και της οικονομίας: ένα κεντρικό υπολογιστικό κέντρο στη Μόσχα θα συνδεόταν με περίπου 200 κέντρα εγκατεστημένα σε εξέχουσες πόλεις, τα οποία με τη σειρά τους θα είχαν από κάτω τους 20.000 τερματικά κατανεμημένα σε στρατηγικά σημεία παραγωγής της εθνικής οικονομίας.
Η αρχιτεκτονική του δικτύου ακολουθούσε επί τούτου μία αποκεντρωμένη λογική, όπως ακριβώς ήταν και η γενικότερη λογική του Γκλούσκωφ. Στην πράξη αυτό σήμαινε ότι, ενώ η Μόσχα θα ήταν σε θέση να καθορίσει ποιος θα λάμβανε ποιες εξουσιοδοτήσεις, ο οποιοσδήποτε εξουσιοδοτημένος χρήστης θα μπορούσε να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε άλλον χρήστη εντός της πυραμίδας χωρίς να χρειάζεται να αιτηθεί κάποια ρητή άδεια από μητρικούς κόμβους. Ο Γκλούσκωφ καταλάβαινε πολύ καλά ποια θα ήταν τα πλεονεκτήματα του να εκμεταλλεύεσαι εντός ενός δικτύου τις κατά τόπους γνώσεις, καθώς είχε αφιερώσει μεγάλο κομμάτι της καριέρας του σε παρόμοια μαθηματικά προβλήματα τις ώρες που πηγαινοερχόταν ανάμεσα στο σπίτι του και στην πρωτεύουσα (το τραίνο μεταξύ Κιέβου και Μόσχας το αποκαλούσε αστειευόμενος το «δεύτερο σπίτι του»).
Για πολλούς κρατικούς αξιωματούχους και υπευθύνους οικονομικού σχεδιασμού, το έργο του OGAS φαινόταν, ειδικά κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1960, να είναι η καλύτερη απάντηση σε ένα παλιό αδιέξοδο: όλοι οι σοβιετικοί συμφωνούσαν ότι ο κομμουνισμός ήταν το μέλλον, αλλά κανείς, μετά τους Μαρξ και Ένγκελς, δεν ήξερε ποιος ήταν ο βέλτιστος δρόμος προς τα εκεί. Για τον Γκλούσκωφ, τα υπολογιστικά δίκτυα ίσως έδιναν τη δυνατότητα να δώσουν μία ώθηση στη χώρα προς την κατεύθυνση αυτού που ο συγγραφέας Francis Spufford ονόμαζε «κόκκινη αφθονία». Μέσα από αυτά, το νωθρό, μαλθακό και πηχτό αίμα της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, με τα πλαφόν, τα σχέδια και τα τεράστια εγχειρίδια βιομηχανικών προτύπων, θα μεταμορφωνόταν στις νευρικές εκπυρσοκροτήσεις του έθνους, λειτουργώντας με τις εντυπωσιακές ταχύτητες του ηλεκτρικού ρεύματος. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το έργο θα σηματοδοτούσε την είσοδο στην εποχή του «ηλεκτρονικού σοσιαλισμού».
Για να προχωρήσουν τέτοιες φιλοδοξίες, χρειάζονταν ευφυείς άνθρωποι με ισχυρό το αίσθημα της δέσμευσης και με την ικανότητα να αφήνουν στην άκρη παρωχημένες αντιλήψεις. Τη δεκαετία του 1960, τέτοιοι άνθρωποι μπορούσαν να βρεθούν στο Κίεβο, λίγα τετράγωνα παρακάτω από εκεί που οι αδερφοί Στρουγκάτσκυ έγραφαν τα βράδια έργα επιστημονικής φαντασίας και την ημέρα εργάζονταν ως φυσικοί. Στα περίχωρα του Κιέβου βρισκόταν το Ινστιτούτο Κυβερνητικής το οποίο διηύθυνε ο Γκλούσκωφ επί 20 έτη, ξεκινώντας από το 1962. Μάζεψε στο ινστιτούτο του μία πληθώρα φιλόδοξων νέων· ο μέσος όρος ηλικίας των ερευνητών του ήταν τα 25 έτη. Ο Γκλούσκωφ μαζί με το νεανικό προσωπικό του αφοσιώθηκαν στην ανάπτυξη του OGAS καθώς και άλλων προγραμμάτων κυβερνητικής που τέθηκαν στην υπηρεσία του σοβιετικού κράτους. Ένα τέτοιο πρόγραμμα ήταν κι ένα σύστημα ηλεκτρονικών αποδείξεων με σκοπό τη μεταφορά του σκληρού νομίσματος στον εικονικό κόσμο, σε ένα ηλεκτρονικό λογιστικό βιβλίο· όλα αυτά στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ο Γκλούσκωφ, γνωστός για την ικανότητά του να αντικρούει με ειρωνικό και συγκαταβατικό ύφος τους καθαρούς ιδεολόγους του κόμματος παραθέτοντας από μνήμης ολόκληρες παραγράφους από τον Μαρξ, περιέγραφε την καινοτομία του ως μία εκπλήρωση της μαρξιστικής προφητείας περί ενός σοσιαλιστικού μέλλοντος δίχως χρήμα. Δυστυχώς για αυτόν, η ιδέα ενός σοβιετικού ψηφιακού νομίσματος ανακίνησε σε ορισμένους κύκλους κάποιες ανησυχίες και δεν έλαβε έγκριση το 1962. Ευτυχώς όμως, το μεγαλεπήβολο σχέδιο του για ένα οικονομικό δίκτυο επέζησε.
Το όνειρο αυτών των οπαδών της κυβερνητικής ήταν κάτι σαν ένα ευφυές νευρωνικό δίκτυο, ένα είδος νευρικού συστήματος της σοβιετικής οικονομίας. Αυτή η κυβερνητικής έμπνευσης αναλογία ανάμεσα σε ένα υπολογιστικό δίκτυο και στον εγκέφαλο άφησε το αποτύπωμά της και σε άλλες καινοτομίες στον τομέα της πληροφορικής που εμφανίστηκαν στο Κίεβο. Για παράδειγμα, στη θέση της αρχιτεκτονικής του φον Νόυμαν, η οποία επιβάλλει περιορισμούς στον όγκο των δεδομένων που μπορούν να μεταφερθούν από τη μνήμη στον επεξεργαστή ενός υπολογιστή, η ομάδα του Γκλούσκωφ πρότεινε ένα είδος επεξεργασίας μέσω «μακρο-αγωγών» το οποίο είχε εμπνευστεί από την ταυτόχρονη εκπυρσοκρότηση πολλών συνάψεων στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Πέρα από τα διάφορα προγράμματα κατασκευής κεντρικών επεξεργαστών, είχε ασχοληθεί επίσης σε θεωρητικό επίπεδο με τη θεωρία αυτομάτων, τα γραφεία «άνευ χαρτιού» καθώς και τον προγραμματισμό σε φυσική γλώσσα ο οποίος θα έδινε τη δυνατότητα στους χρήστες των υπολογιστών να επικοινωνούν μαζί τους σε ένα σημασιολογικό επίπεδο και όχι απλώς σε συντακτικό, όπως κάνουν σήμερα οι προγραμματιστές. Η πιο φιλόδοξη απόπειρα του Γκλούσκωφ και των μαθητών του αφορούσε στην επεξεργασία της δυνατότητας επίτευξης «πληροφοριακής αθανασίας», μία έννοια που θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε και ως «μεταφόρτωση μυαλού (mind uploading)», ακολουθώντας το παράδειγμα του Άρθουρ Κλαρκ και του Ισαάκ Ασίμωφ. Δεκαετίες αργότερα, βρισκόμενος στο νεκροκρέβατό του, ο Γκλούσκωφ θα παρηγορούσε την πενθούσα γυναίκα του με μία σκέψη σε παρόμοιο μήκος κύματος: «Μην ανησυχείς. Κάποια μέρα το φως από τη γη μας θα περάσει μέσα από αστερισμούς και σε κάθε έναν από αυτούς τους αστερισμούς θα αναφανούμε νέοι ξανά. Κι έτσι θα είμαστε για πάντα μαζί σε όλη την αιωνιότητα!»
Μετά το τέλος του ωραρίου τους, όλοι αυτοί οι κυβερνητιστές έπαιρναν μέρος σε μία ομάδα αφιερωμένη στα ανάλαφρα κωμικά σκετσάκια και στις καλοπροαίρετες φάρσες η οποία πολλές φορές φαινόταν σαν να περιφρονεί και να αγνοεί το καθεστώς. Παρότι επρόκειτο απλώς για έναν τρόπο εκτόνωσης, αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους σαν μια εικονική χώρα, ανεξάρτητη της Μόσχας. Στο πάρτυ της πρωτοχρονιάς του 1960 βαφτίστηκαν με το όνομα «Κυβερτονία» και άρχισαν να διοργανώνουν τακτικές συναντήσεις, χορούς, συμπόσια και συνέδρια στο Κίεβο και στο Λβιβ, φτάνοντας στο σημείο να δημοσιεύουν μέχρι και παιγνιώδη άρθρα με τίτλους όπως «Περί της Επιθυμίας να Παραμείνει Κανείς Αόρατος, Τουλάχιστον στις Αρχές». Αντί για προσκλήσεις, κυκλοφορούσαν ψεύτικα διαβατήρια, προσκλητήρια γάμων, ενημερωτικά δελτία, διάτρητες καρτέλες ή ακόμα και ένα σύνταγμα της Κυβερτονίας, γεμάτα με λογοπαίγνια και υπονοούμενα. Παρωδώντας τις σοβιετικές κυβερνητικές δομές, είχαν θέσει επικεφαλής της Κυβερτονίας ένα συμβούλιο από ρομπότ και ως ανώτατο αρχηγό του συμβουλίου είχαν θέσει τη μασκότ τους, ένα ρομπότ με ένα σαξόφωνο να παίζει τζαζ· δείγμα της πολιτισμικής επιρροής που είχε πάνω τους η αμερικανική τζαζ.
Ο Γκλούσκωφ δεν έμενε αμέτοχος. Στα απομνημονεύματά του έδωσε τον τίτλο «Παρά τις Αρχές», παρόλο που ο ίδιος είχε τον επίσημο τίτλο του αντιπροέδρου της ουκρανικής Ακαδημίας Επιστημών. Η αντικουλτούρα, εννοημένη με τον τρόπο του Fred Turner, ως εκείνη η δύναμη που μπορεί να μετρηθεί και να αναμετρηθεί με άλλες δυνάμεις, υπήρξε πάντα συγγενής της κυβερνοκουλτούρας.
Όλα αυτά, ωστόσο, απαιτούσαν χρήματα· πολλά χρήματα, ειδικά για το OGAS του Γκλούσκωφ. Κάτι που σήμαινε ότι έπρεπε να πείσουν το Πολίτμπιρο να τους τα δώσει. Για αυτόν τον λόγο, λοιπόν, βρέθηκε ο Γκλούσκωφ στη Μόσχα την 1η Οκτωβρίου 1970, με την ελπίδα να καταφέρει να συνεχίσει το έργο της Κυβερτονίας και να φέρει το διαδίκτυο στο ταλαιπωρημένο σοβιετικό κράτος.
Το πιο σημαντικό εμπόδιο στον δρόμο του Γκλούσκωφ ήταν ο Βασίλυ Γκαρμπούζωφ, υπουργός οικονομικών. Ο Γκαρμπούζωφ δεν είχε καμμία όρεξη για γρήγορα, απαστράπτοντα και βελτιστοποιημένα υπολογιστικά δίκτυα που θα έκαναν κουμάντο στα οικονομικά του κράτους. Το μόνο που ήθελε ήταν απλοί υπολογιστές που θα αναβόσβηναν φωτάκια και θα έπαιζαν μουσική σε κοτέτσια ώστε να ενισχύσουν την παραγωγή αυγών, όπως είχε δει να κάνουν σε μία πρόσφατη επίσκεψή του στο Μινσκ. Η στάση του αυτή δεν ήταν, φυσικά, απόρροια κάποιας κοινής, πραγματιστικής λογικής. Ήθελε τα κονδύλια για το δικό του υπουργείο. Υπάρχουν, μάλιστα, φήμες ότι, πριν από εκείνη τη συνάντηση της 1ης Οκτωβρίου, είχε πλησιάσει κατ’ ιδίαν τον πρωθυπουργό Αλεξέι Κοσύγκιν (ο οποίος έβλεπε εν γένει θετικά τις απόπειρες οικονομικών μεταρρυθμίσεων), απειλώντας ότι, σε περίπτωση που η Κεντρική Στατιστική Αρχή διατηρούσε τον έλεγχο του OGAS, τότε αυτός και το υπουργείο του θα τορπίλιζαν κάθε νέα προσπάθεια μεταρρυθμίσεων, όπως είχε κάνει και πριν από πέντε χρόνια με τις τότε δειλές προσπάθειες του Κοσύγκιν για κάποιες φιλελεύθερες αλλαγές.

Για να διατηρηθεί εν ζωή το σοβιετικό διαδίκτυο, ο Γκλούσκωφ είχε ανάγκη από συμμάχους με τη δύναμη να σταθούν απέναντι από τον Γκαρμπούζωφ. Κανείς από αυτούς δεν παρευρέθηκε όμως σε εκείνη τη συνάντηση. Οι δύο θέσεις που έμειναν άδειες εκείνη την ημέρα ήταν αυτές του πρωθυπουργού και του Λέονιντ Μπρέζνιεφ, του τεχνοκράτη γενικού γραμματέα. Επρόκειτο για τους ισχυρότερους άνδρες του σοβιετικού κράτους και εν δυνάμει υποστηρικτές του OGAS. Απ’ ό,τι φάνηκε, επέλεξαν να απουσιάσουν αντί να ρισκάρουν το ενδεχόμενο μίας ανταρσίας.
Ο Γκαρμπούζωφ τελικά κατάφερε να πείσει το Πολίτμπιρο ότι το OGAS, με το φιλόδοξο σχέδιό του να μοντελοποιήσει και να διαχειρίζεται κατά βέλτιστο τρόπο τις πληροφοριακές ροές της σχεδιασμένης οικονομίας, ήταν μη υλοποιήσιμο εκείνη τη στιγμή. Η επιτροπή, παρ’ όλο που αρχικά έκλινε προς την έγκριση του προγράμματος, τελικά αποφάσισε ότι ο Γκαρμπούζωφ ήταν ασφαλέστερη επιλογή κι έτσι το ακόμα άκρως απόρρητο OGAS αφέθηκε σε μία μετέωρη κατάσταση για μια δεκαετία ακόμα.
Οι δυνάμεις που οδήγησαν σε αδιέξοδο το OGAS ήταν ίδιας φύσης με εκείνες που τελικά γονάτισαν τη Σοβιετική Ένωση: όλες εκείνες οι μορφές θεσμικής ανυπακοής που εκφράζονταν με ποικίλους ανεπίσημους τρόπους. Υπουργοί που υπονόμευαν άλλους υπουργούς, γραφειοκράτες κολλημένοι στις καρέκλες τους, αγχωμένοι διευθυντές εργοστασίων, συγχυσμένοι εργάτες ή ακόμα και κατ’ όνομα μεταρρυθμιστές· όλοι αυτοί αντιτάχθηκαν στο OGAS επειδή ερχόταν σε αντίθεση με τα θεσμικά τους συμφέροντα. Δίχως κρατική χρηματοδότηση κι επίβλεψη, το εθνικό δίκτυο που υποτίθεται ότι θα έφερνε τον ηλεκτρονικό σοσιαλισμό τελικά διασπάστηκε τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 σε ένα μωσαϊκό από δεκάδες (και τελικά εκατοντάδες) απομονωμένα τοπικά συστήματα ελέγχου, χωρίς διόδους επικοινωνίας μεταξύ τους. Ο λόγος που το σοβιετικό κράτος απέτυχε να δικτυώσει τη χώρα δεν ήταν η ακαμψία του ή η ιεραρχική δομή του αλλά η εν τοις πράγμασι αστάθεια του και η κακοβουλία των μελών του.
Υπάρχει μια ειρωνεία σε αυτό το σημείο. Ήταν στις Η.Π.Α. που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τα πρώτα ευρείας έκτασης υπολογιστικά δίκτυα, χάρη στην καλορυθμισμένη κρατική χρηματοδότηση και σε μία ερευνητική κουλτούρα συνεργασίας, την ίδια στιγμή που οι αντίστοιχες (και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητες) προσπάθειες στη Σοβιετική Ένωση κατέρρευσαν λόγω άναρχου ανταγωνισμού και θεσμικών διαμαχών ανάμεσα στους σοβιετικούς επικεφαλής. Το πρώτο υπολογιστικό δίκτυο στήθηκε από καπιταλιστές που συμπεριφέρονταν σαν συνεργατικοί σοσιαλιστές και όχι από σοσιαλιστές που συμπεριφέρονταν σαν ανταγωνιζόμενοι καπιταλιστές.
Παρατηρώντας εκ των υστέρων τη μοίρα του σοβιετικού διαδικτύου, μπορούμε να διακρίνουμε κάποια προειδοποιητικά σημάδια για το μέλλον του σύγχρονου διαδικτύου. Το λεγόμενο σύγχρονο «διαδίκτυο» (εννοημένο ως ένα ενιαίο, παγκόσμιο δίκτυο δικτύων για την προώθηση της πληροφοριακής ελευθερίας, της δημοκρατίας και του εμπορίου) βρίσκεται σε σοβαρή παρακμή. Αναλογιστείτε πόσες εταιρείες και κράτη προσπαθούν να δημιουργήσουν απομονωμένες φούσκες για τις εμπειρίες που προσφέρουν. Οι πανταχού παρούσες εφαρμογές λειτουργούν περισσότερο ως περιφραγμένοι κήποι παρά ως μία δίοδος προς τα δημόσια κοινά. Διάφορες εσωστρεφείς μαύρες τρύπες, όπως το Facebook ή το κινέζικο firewall έχουν αρχίσει να καταπίνουν ο,τιδήποτε παραπέμπει έξω από αυτά (όπως τη σελίδα Aeon). Αρχηγοί κρατών, όπως της Γαλλίας, της Ινδίας και της Ρωσίας πιέζουν για να τεθεί ο ICANN (Internet Corporation for Assigned Names and Numbers) υπό διεθνή έλεγχο ώστε οι ίδιοι να μπορούν να εφαρμόζουν τις δικές τους τοπικές νομοθεσίες μέσα στις δικές του επικράτειες.1 Ούτως ή άλλως, εδώ και δεκαετίες είναι εκατοντάδες τα δίκτυα που λειτουργούν ανεξάρτητα διάφορες εταιρείες και κράτη και που δεν ανήκουν σε αυτό που λέμε διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχει ένα και μόνο δίκτυο αλλά πολλά διακριτά διαδικτυακά οικοσυστήματα.
Με άλλα λόγια, το μέλλον θα μοιάζει με το παρελθόν. Ο 20ος αιώνας είναι γεμάτος με διάφορα εθνικά δίκτυα να διαγκωνίζονται για παγκόσμια αναγνώριση. Το ψυχροπολεμικό δράμα γύρω από τις απόπειρες σοβιετικής δικτύωσης (αυτό που ο ιστορικός Slava Gerovitch έχει αποκαλέσει εύστοχα «Soviet InterNyet») συμπληρώνει την ιστορία των υπολογιστικών δικτύων με αυτό που θα λέγαμε την έκδοση -1.0 του διαδικτύου. Η αντίληψη ότι υφίσταται μόνο ένα παγκόσμιο δίκτυο των δικτύων, ιδωμένη από την οπτική όλων των δικτύων που έχουν προηγηθεί και αυτών που έπονται, μοιάζει να είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Δεδομένου του ότι η ψυχροπολεμική ειρωνεία που βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της ιστορίας (συνεργαζόμενοι καπιταλιστές να υπερκεράζουν ανταγωνιζόμενους σοσιαλιστές) δεν βγήκε προς όφελος των σοβιετικών του παρελθόντος, ίσως θα έπρεπε να ήμασταν λιγότερο σίγουροι για το κατά πόσον το διαδίκτυο θα τα καταφέρει πολύ καλύτερα στο μέλλον.
Κάποτε ο ανθρωπολόγος και φιλόσοφος Μπρούνο Λατούρ σχολίασε ότι το τεχνολογικό είναι το κοινωνικό που έχει γίνει ανθεκτικό. Με αυτό εννοούσε ότι κοινωνικές αξίες ενσωματώνονται μέσα στις τεχνολογίες. Για παράδειγμα, ο αλγόριθμος PageRank της Google θεωρείται «δημοκρατικός» καθώς, μεταξύ άλλων παραγόντων, λαμβάνει υπόψιν του και τους συνδέσμους προς μια σελίδα. Όπως οι πολιτικοί με τις ψήφους που λαμβάνουν, έτσι και οι σελίδες με τους περισσότερους συνδέσμους κατατάσσονται υψηλότερα. Το διαδίκτυο εμφανίζεται σήμερα ως ένα όχημα ελευθερίας, δημοκρατίας και εμπορίου εν μέρει επειδή εγκαταστάθηκε στο κοινωνικό φαντασιακό ακριβώς τη στιγμή που οι δυτικές αξίες έμοιαζαν να κυριαρχούν στον κόσμο μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Η ιστορία του σοβιετικού διαδικτύου αντιστρέφει τον αφορισμό του Λατούρ: το κοινωνικό είναι το τεχνολογικό που έχει γίνει εφήμερο.
Με άλλα λόγια, καθώς οι κοινωνικές μας αξίες μετατοπίζονται, το ίδιο θα συμβεί και με ό,τι μας φαίνεται ως αυτονόητο σχετικά με την τεχνολογία. Κάποτε οι σοβιετικοί ενσωμάτωσαν στα δίκτυά τους αξίες (όπως ένας κολλεκτιβισμός κυβερνητικού τύπου, κρατικές ιεραρχίες και σχεδιασμένη οικονομία) που εμάς μας φαίνονται ξένες. Με τον ίδιο τρόπο, οι αξίες που οι σημερινοί χρήστες του διαδικτύου τού αποδίδουν θα φαίνονται στο μέλλον ανοίκειες. Οι δικτυακές τεχνολογίες θα συνεχίσουν να υπάρχουν και να εξελίσσονται, άσχετα από τις όποιες δικές μας κοινωνικές αντιλήψεις που τώρα θεωρούμε αυτονόητες και αδιαμφισβήτητες και οι οποίες θα πεταχτούν στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας.
Η ιστορία του Γκλούσκωφ θα όφειλε να λειτουργεί επιπλέον ως ένα προειδοποιητικό μήνυμα προς τους κάθε είδους επενδυτές και ευαγγελιστές της τεχνολογικής προόδου ότι για να αλλάξει κανείς τον κόσμο δεν αρκεί μόνο να είναι ιδιοφυΐα που μπορεί να βλέπει τα μελλούμενα ούτε να διαθέτει πολιτική οξύνοια. Το περιβάλλον και οι θεσμοί μέσα στους οποίους λειτουργεί κανείς συχνά αποτελούν τον κρισιμότερο παράγοντα. Η σοβιετική εμπειρία το δείχνει ξεκάθαρα αυτό. Το ίδιο μάς δείχνει και ένα μηντιακό περιβάλλον που βρίσκεται συνεχώς σε άγρα ψηφιακών δεδομένων και επιδίδεται σε κάθε είδους παραβιάσεις της ιδιωτικότητας για ιδιοτελείς σκοπούς. Τα θεσμικά δίκτυα μέσα στα οποία ζουν και αναπτύσσονται τα υπολογιστικά δίκτυα και η συναφής με αυτά κουλτούρα είναι κρίσιμης σημασίας και μπορούν να πάρουν πολλαπλές μορφές.
Την ίδια στιγμή που οι υπέρμαχοι των δικτύων επιμένουν να προκαταλαμβάνουν ένα λαμπρό μέλλον, διάφορες θεσμικές δυνάμεις ιδιωτικής υφής, αν αφεθούν ανεξέλεγκτες, θα συνεχίσουν να βασίζονται σε δίκτυα επιτήρησης και να υφαρπάζουν τις ιδιωτικές μας ζωές. Ίσως ακριβώς αυτό να είναι το διακύβευμα της ιδιωτικότητας: το αν θα αφεθούν διάφοροι αδηφάγοι οργανισμοί να αποκτήσουν σαρωτική ισχύ ώστε να μπορούν να επιβλέπουν τις ιδιωτικές μας ζωές και όχι απλώς το αν απειλείται το τάδε ή δείνα ιδιωτικό δικαίωμα από τέτοιες παραβατικές συμπεριφορές. Το σοβιετικό παράδειγμα έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι τόσο τα προγράμματα εσωτερικής επιτήρησης της αμερικάνικης NSΑ όσο και το Cloud της Microsoft αποτελούν τμήματα μίας γενικότερης μακράς εξέλιξης μέσα στον 20ο αιώνα που θέλει γενικούς γραμματείς να εκμεταλλεύονται πληροφορίες ιδιωτικής και δημόσιας φύσης προς δικό τους θεσμικό όφελος.
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει λόγος να παρηγορούμαστε με τη σκέψη ότι το παγκόσμιο διαδίκτυο γεννήθηκε αρχικά χάρη σε κάποιους συνεργαζόμενους καπιταλιστές και όχι χάρη σε ανταγωνιζόμενους σοσιαλιστές. Η ιστορία του σοβιετικού διαδικτύου αποτελεί υπενθύμιση ότι δεν υφίσταται καμμία εξασφάλιση για όλους εμάς, τους χρήστες του σημερινού διαδικτύου, ότι τα ιδιωτικά συμφέροντα που το πολιορκούν θα επιδείξουν καλύτερη διαγωγή από τις δυνάμεις εκείνες των οποίων η απροθυμία να συνεργαστούν γκρέμισε όχι μόνο τον σοβιετικό ηλεκτρονικό σοσιαλισμό, αλλά απειλεί να κάνει το ίδιο και στην δική μας δικτυακή εποχή.
μετάφραση – απόδοση:
Separatrix


