γεννήτριες άγχους

Όταν η Lauren Antonoff, νεοδιορισμένη διευθύνουσα σύμβουλος της εφαρμογής ιχνηλάτησης Life360, περιέγραψε πρόσφατα την εταιρεία ως μέρος της «οικονομίας του άγχους», ακούστηκε σαν μια φράση που δεν είχε νόημα. Αλλά ήταν επίσης εκπληκτικά ειλικρινής.

Η εφαρμογή, που επιτρέπει στις οικογένειες να παρακολουθούν τις κινήσεις των παιδιών (ή των γονέων τους) σε πραγματικό χρόνο, βρίσκεται σε ένα στα δέκα τηλέφωνα στις ΗΠΑ, σύμφωνα με ορισμένες αναφορές. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα εξειδικευμένο προϊόν έχει γίνει μέρος της καθημερινής ζωής για πολλά νοικοκυριά.

Το Life360, μαζί με το Snap Map της Snapchat και το Find My Friends της Apple (ή Stalk My Friends όπως το αποκαλούν στην οικογένειά μου) προωθείται ως εργαλείο για ασφάλεια και ηρεμία.

Αλλά το γεγονός ότι η διευθύνουσα σύμβουλός της Life360 είχε την άνεση να συνδέσει ρητά την εφαρμογή με το άγχος και την εμπορική του εκμετάλλευση υπογραμμίζει ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτισμικό φαινόμενο: υπάρχουμε ολοένα και περισσότερο σε έναν κόσμο όπου η ανησυχία, η επαγρύπνησή μας, ακόμη και η ενοχή μας, αποφέρουν επιχειρηματικό και εμπορικό κέρδος.

Έτσι ξεκινούσε ένα άρθρο στους καθεστωτικούς asia times στις 17 Σεπτέμβρη 2025 με συγγραφέα τον Paul Harisson, αυστραλό πανεπιστημιακό. Θα σχολίαζε κάποιος: «Θα μας τρελάνεις κύρ καθηγητά; Τα άγχη αποφέρουν επιχειρηματικά και εμπορικά κέρδη ΤΩΡΑ; Και οι φαρμακομαφίες τι πουλάνε τόσα χρόνια; Όχι ηρεμιστικά; Χαρτομάντηλα πουλάνε;»

Εύλογη η ειρωνεία. Αλλά αν τα άγχη προσφέρονται για κέρδη δοκιμασμένα και εξασφαλισμένα απ’ τις φαρμακοβιομηχανίες, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να κτιστεί ένας παραπάνω όροφος. Αυτή την φορά ψηφιακής κερδοφορίας. Σ’ αυτόν τον όροφο οι «ανησυχίες» και η «ψηφιοποίηση» εμπλέκονται σε μια διαλεκτική ανάλογη μ’ εκείνη της χημείας – αλλά μ’ έναν πιο επιθετικό τρόπο. Ενώ τα χάπια είναι για ατομική / προσωπική χρήση, ο «προσδιορισμός θέσης» αφορά τον τρόπο που κάποιος ελέγχει κάποιον άλλον – επειδή έχει άγχος για την τύχη ή, απλά, την θέση του.

Η ανησυχία ή ακόμα και ο φόβος για κάποια απειλή θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι ζωϊκά ενστικτώδες – υπό την προϋπόθεση ότι η απειλή είναι όσο πιο συγκεκριμένη γίνεται. Πράγματι, στην μακριά προ-πολιτιστική ιστορία του είδους μας, εκτός απ’ το να δει την απειλή μπροστά του ή να την μυρίσει στον κοντινό αέρα, ακόμα κι ένα ύποπτο θρόισμα θα μπορούσε να σημαίνει συναγερμό. Αυτήν την ετοιμότητα (που δεν είναι «αγχώδης» με τον τρόπο που ξέρουμε…) μπορεί να την διακρίνει κανείς ακόμα και σήμερα στα οικόσιτα ζώα – σίγουρα σε όσα δεν έχουν γίνει … έπιπλα.

Κληρονομήσαμε αυτή την διαδικασία μιας που ο πυρήνας του εγκεφάλου μας παραμένει ζωϊκός και προ-πολιτιστικός. Ωστόσο η δημιουργία οργανωμένων κοινωνιών μείωσε σταδιακά αυτές τις «άγριες» απειλές για τις οποίες ήταν απαραίτητη η πρόσληψη της οποιασδήποτε συγκεκριμένης απειλής. Άρα και τις εκδηλώσεις του άγχους. Μόνο για να αντικατασταθεί εν τέλει, όλο και πιο εντατικά στον «ώριμο καπιταλισμό», το συγκεκριμένο απ’ το αφηρημένο. Και οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες είναι η απόδειξη αυτής της μετατόπισης: όσο πιο ασφαλείς είναι πρακτικά, τόσο περισσότερο αγχώδεις γίνονται. Έναντι κάθε είδους αφηρημένων κινδύνων.

Η νεοφιλελεύθερη φάση του καπιταλισμού, στη λεγόμενη «δύση» κατά κύριο λόγο, όχι απλά θεωρητικοποίησε αλλά ουσιαστικά θεσμοθέτησε το άγχος ως μέθοδο-αυτοβελτίωσης. Βελτίωσης της απόδοσης (και, άρα, βελτίωσης της «αναγνώρισης της αξίας» του Εαυτού-Κεφάλαιο) κατ’ αρχήν σε πολλούς τομείς της εργασίας, όπου το management by stress έγινε κοινοτοπία. Αλλά και στην καθημερινή ζωή: η αφηρημένη ανησυχία του Εγώ-Κεφάλαιο για τον «κίνδυνο της απόρριψής του» (δηλαδή της υποτίμησής του…) απ’ το όποιο περιβάλλον του (απόρριψης κοινωνικής, συμβολικής, σεξουαλικής, κλπ) θεωρήθηκε ως ελίξηριο της διαρκούς, επιθετικής εγωϊκής αυτοεπένδυσης.

Μοιάζει ως εάν μια «άγρια», προ-πολιτιστική ετοιμότητα έναντι λίγο πολύ σπάνιων κινδύνων να βρήκε μια εντελώς διαφορετική (και εντελώς αντίθετη απ’ την αρχική της αναγκαιότητα…) οικονομία. Αφού, όπως είναι γνωστό, ο πολλαπλασιασμός των αγχών τρέφει την μάλλον εκρηκτική «ανάπτυξη» δύο τουλάχιστον διακριτών καπιταλιστικών κλάδων: των ψυχο-κάτι συμβούλων και κηδεμόνων και των φαρμάκων νευρολογικής καταστολής (ηρεμιστικά, κλπ….)

Τρεις κλάδοι είναι καλύτερα από δύο! Η Life360 της οποίας η ceo δεν είχε καμία συστολή (το αντίθετο!) να εντάξει στην «οικονομία του άγχους» δεν πουλάει ούτε light ναρκωτικά ούτε ψυχο-κάτι παρηγοριά. Πουλάει το αντίθετο: την ευκολία όξυνσης του άγχους μέσω μιας εφαρμογής γεωεπιτήρησης κάποιου «ευάλωτου» ατόμου. Παιδιού ή ηλικιωμένου.

Ενώ το tracking φαίνεται καθησυχαστικό, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο – και η ceo της Life360 το ξέρει. Η «κουκίδα» πάνω στον χάρτη που αντιστοιχεί στο επιτηρούμενο άτομο, ας πούμε στο παιδί, μπορεί να σταματήσει να κινείται για 10 λεπτά. Δεν είναι αυτός σοβαρός λόγος ανησυχίας; Μήπως κτύπησε; Μήπως το κτύπησαν; Μήπως του κάνουν bulling; Μήπως το απήγαγαν; Πάρε τηλέφωνο!

Η γονική μέριμνα όπως έχει διαμορφωθεί στην 3 δεκαετία του 21ου αιώνα μέσω των τεχνολογικών προσφορών είναι ένας τομέας όπου οι διαφημιστές προωθούν όλο και πιο σοφιστικέ εμπορεύματα για να ανακουφίσουν τους φόβους· αλλά η πραγματική, όχι και τόσο κρυφή ατζέντα των επιχειρηματιών της «οικονομίας του άγχους» είναι η αύξηση και όχι η μείωση των φόβων.
Το στερεότυπο της «ένοχης μάνας» υποδεικνύει τον τρόπο που οι έμποροι ψηφιακής τεχνολογίας εκμεταλλεύονται, και στην πράξη διευρύνουν, το χάσμα ανάμεσα στην γονική πραγματικότητα («δεν μπορώ να είμαι πάντα δίπλα στο παιδί μου») και στο ιδανικό («ένας καλός γονιός πρέπει πάντα να ξέρει και να προστατεύει»). Στο βαθμό που η ψηφιακή επιτήρηση απλώνεται, το «ιδανικό» γίνεται ασφυκτικό: τα κινητά τηλέφωνα έχουν ονομαστεί, όχι άδικα, ο μακρύτερος ομφάλιος λώρος στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Αυτή η ασφυξία δεν βιώνεται ωστόσο κατ’ ανάγκην ως αυτό που είναι, ειδικά αν ως «αντίδωρο» το να κουβαλάει κάθε παιδί ένα κινητό μαζί του προσφέρει (στα παιδιά) άλλες ευκαιρίες. Όχι πάντα γονικά εγκεκριμένες. Έτσι ώστε αφού το επόμενο γονικό άγχος (θα) είναι «τι κάνει με το κινητό όταν δεν είμαι κοντά;» η εμφύτευση, κάτω απ’ το δέρμα, ενός πομποδέκτη ίσως αποδειχθεί ακόμα καλύτερη λύση για το «ιδανικό» της γεωεπιτήρησης.

Ο τρόπος να διευρύνεται αυτό το χάσμα είναι απλός: η εντατική προβολή μεμονωμένων και σπάνιων γεγονότων, όσο πιο ακραίων γίνεται. Οι απειλές, ακόμα και οι πιο σπάνιες, ακόμα και οι πιο ακραίες, ακόμα και οι μεγαλύτερες εξαιρέσεις απ’ την καθημερινότητα, προβάλλονται εντατικά και κατ’ επανάληψη ώστε να προκαλέσουν γενικεύσεις. Αν ένα παιδί «το έφαγε ένας δράκος» (!!!) τότε «κάθε παιδί μπορεί να το φάει ένας δράκος», συνεπώς «όλα τα παιδιά – και ειδικά τα δικά ‘μου’ – κινδυνεύουν!»

Αυτός είναι ο τρίτος όροφος της «οικονομίας του άγχους», κτισμένος στα γερά θεμέλια του ψυχο-κάτι και του φαρμακευτικού εμπορίου και ελέγχου. Η ceo θα μπορούσε να δείξει την κάτοψή του: κατασκευάζουμε και διαχέουμε (παράλογους) φόβους με μπηχεβιοριστική μεθοδολογία και, στη συνέχεια, πουλάμε αλγόριθμους που διαχειρίζονται χιλιάδες μικροσκοπικές παρεμβάσεις, ειδοποιήσεις, προειδοποιήσεις, προτροπές, ακόμα και 24 ώρες 7 ημέρες την εβδομάδα, για να τους κατευνάσουμε – υποτίθεται. Αυτό που χρειάζεται είναι να γίνει έμμονη ιδέα ο κίνδυνος και η προληπτική επιτήρηση.

Πριν ίσως μόνο μια γενιά τα παιδιά πήγαιναν και γύριζαν απ’ το σχολείο, ή πήγαιναν να διασκεδάσουν, χωρίς να έχουν καρφωμένα πάνω τους μια «προσωπική σημαδούρα». Δεν έπεφταν σε πηγάδια, δεν θα τα κτυπούσε αυτοκίνητο, ούτε έπεφταν γλάστρες στα κεφάλια τους· σίγουρα όχι περισσότερο απ’ ότι τώρα, με την «προσωπική σημαδούρα» τους. Ίσως μάλιστα μάθαιναν καλύτερα να προσέχουν (αντί να έχουν αναθέσει την προσοχή στην ηλεκτρονική μεσολάβηση). Αλλά πριν μια γενιά οι ενήλικες (οι γονείς τους τώρα πια) δεν ζούσαν αγκαλιά μ’ ένα τηλεχειριστήριο καθημερινής ζωής που κατ’ ευφημισμό ονομάζεται «τηλέφωνο», ούτε ένοιωθαν ότι βούλιαξαν στην ανυπαρξία αν “τύχαινε να χάσουν την διαρκή επαφή” με το οτιδήποτε.

Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η μηχανοποίηση – των – πάντων (μέσω της ψηφιοποίησης) έχει προκαλέσει μια σοβαρή οντολογική αλλαγή σ’ ένα ικανό μέρος του ανθρώπινου είδους, με άγνωστη κατάληξη – αν υπάρξει κάποτε κάποιο «τέλος». Τα άγχη (και η καπιταλιστική αξιοποίησή τους) είναι όχι μόνο το ακριβό αντίτιμο αυτής της «προόδου» αλλά κυρίως η κατασκευή των δικαιολογιών για την μόνιμη εξάρτηση απ’ το υπόστρωμα της καινούργιας καπιταλιστικής “άγριας συσσώρευσης”, την συσσώρευση data και όχι μόνο.

Z.S