ψηφιοποίηση και καταγραφή του γονιδιώματος: η περίπτωση της βιοπειρατείας

Το πιο πρόσφατο βήμα των συζητήσεων που ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2023 για την απορρύθμιση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) στην ευρώπη, έγινε στις 28 Γενάρη 2026, όπου η σχετική πρόταση ψηφίστηκε υπέρ στην “επιτροπή περιβάλλοντος, δημόσιας υγείας και ασφάλειας τροφίμων” (ENVI) του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Αυτή η ψηφοφορία έγινε μετά από την έγκριση της πρότασης στο συμβούλιο της ε.ε. στις 16 Δεκέμβρη 2025 και η διαδικασία μέχρι την τελική έγκριση και νομοθέτηση της πρότασης έχει ακόμα αρκετά βήματα μέσα στην πολύπλοκη γραφειοκρατεία της εε, που μόνο πονοκέφαλο προκαλεί σε όποιον προσπαθήσει να την ακολουθήσει και να την καταλάβει.

Σύμφωνα με την σχετική πρόταση, οι μεταλλαγμένοι οργανισμοί που προκύπτουν από τις λεγόμενες “νέες γενετικές τεχνολογίες” (NGT – βλέπε CrispR-Cas9, πλατφόρμες mRNA κλπ) δεν θα πρέπει να απαγορεύονται με βάση την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία για τους ΓΤΟ, καθώς – ισχυρίζονται οι εταιρείες και οι επιστήμονές τους – αυτές οι νέες τεχνικές είναι περισσότερο ασφαλείς, πιο ακριβείς, πιο αποτελεσματικές… Έτσι, προτείνεται να χωριστούν αυτοί οι “νέοι ΓΤΟ” σε δύο κατηγορίες, την ΝΓΤ-1, όπου θα πρέπει να απορρυθμιστεί πλήρως και την ΝΓΤ-2 όπου θα συνεχίσει να περιορίζεται. Το κριτήριο για αυτό τον διαχωρισμό είναι το αυθαίρετο νούμερο των 20 μεταλλάξεων, δηλαδή όποιος οργανισμός / προϊόν φέρει μέχρι και 20 ΝΓΤ – μεταλλάξεις θα ανήκει στην πρώτη κατηγορία… Και σύμφωνα με τρέχουσες εκτιμήσεις, το 90% των ΝΓΤ-οργανισμών θα μπορούσαν να ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία.

Τα ζήτηματα που διαπραγματεύονται αυτές οι συζητήσεις περιλαμβάνουν α) την “βιωσιμότητα και παρακολούθηση”, δηλαδή την ασφάλεια β) την “ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση”, δηλαδή την υποχρέωση σχετικής ετικέτας στα προϊόντα και τον εντοπισμό τους σε κάθε στάδιο της αλυσίδας μεταφοράς και επεξεργασίας, και γ) τις “πατέντες”, δηλαδή αυτό που μπορεί να καταλάβει ο καθένας… Ή μήπως όχι;

Η έννοια της πατέντας, όπως την έχουμε στον μυαλό μας οι περισσότεροι, έχει να κάνει με την εφαρμογή μιας “αποκλειστικότητας” στην εκάστοτε “εφεύρεση”, η οποία θα πρέπει να πληρεί κάποιες προϋποθέσεις: α) να δίνει λύση σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, ο τεχνικός χαρακτήρας της εφεύρεσης, β) να είναι καινοτόμα, δηλαδή όχι γνωστή με βάση την ισχύουσα βιβλιογραφική/τεχνολογική κατάσταση και γ) να είναι “μη προφανής”, δηλαδή να “εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα και να μην είναι προφανής στον μέσο εξειδικευμένο επιστήμονα ή τεχνικό του σχετικού τομέα”. Επίσης, η ισχύ της κάθε πατέντας έχει ημερομηνίας λήξης, όπου θα πρέπει να γίνει επαναξιολόγηση της αίτησης.

Στην περίπτωση των ΝΓΤ η κατάσταση είναι λίγο διαφορετική… Αρχικά, η σχετική πρόταση θέλει τις πατέντες στα ΝΓΤ-1 να μην λήγουν – με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Αλλά το ακόμα πιο “κρυμμένο”, μέσα στις τεχνικές ορολογίες και τους νομικούς ακροβατισμούς, είναι πώς οι σχετικές πατέντες δεν θα καλύπτουν μόνο τα συγκεκριμένα προϊόντα που θα κατασκευάζονται μέσω ΝΓΤ, αλλά και ότιδήποτε στην φύση έχει το πατενταρισμένο γονίδιο. Ωραία θα πει κανείς, αυτό το ξέραμε με τις ακούσια μολυσμένες από ΓΤΟ καλλιέργειες, οπού συνέβαινε να περάσουν ουσίες με ένα “πατενταρισμένο γονίδιο” σε άλλα χωράφια, και έτσι η εταιρεία διεκδικούσε αποζημίωση από τους καλλιεργητές. Όμως εδώ η πραγματικότητα είναι πιο προχωρημένη και συμβαίνει ήδη. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο 2025 εγκρίθηκαν πατέντες για συγκεκριμένες – ανθεκτικές σε “κάτι” – ποικιλίες τομάτας, μαρουλιού και σπανακιού οι οποίες καλύπτουν οποιαδήποτε ποικιλία στον κόσμο βρεθεί να έχει τα πατενταρισμένα γονίδια. Πώς μπορεί να είναι αυτό δυνατό όμως;

Εδώ μπαίνουν στην συζήτηση οι “νέες τεχνολογίες” – γενικά. Από την ψηφιοποίηση και καταχώριση σε βάσεις δεδομένων των γενετικών αλληλουχιών, τις σύγχρονες τεχνικές απόσπασης γενετικών δειγμάτων, μέχρι τα εργοστάσια υπολογιστών (datacenter) και τους νευρωνικούς αλγόριθμους. Μαζί πάντα με τις σχετικές νομικές ακροβασίες και τις “διαπραγματεύσεις” από ισχυρά λόμπυ για την καθιέρωση μιας ευνοϊκής νομοθεσίας, η εικόνα που σχηματίζεται περιλαμβάνει και το εξής: αναγνώριση του ενδιαφέροντος χαρακτηριστικού, καταγραφή της γενετικής αλληλουχίας του οργανισμού που το ενέχει με σύγχρονα εργαλεία μεγέθους “τσέπης”, αποστολή του δείγματος σε βάσεις δεδομένων, αναπαραγωγή/εκτύπωση του ενδιαφέροντος γονιδίου μέσω ΝΓΤ και πατεντάρισμα του ΝΓΤ-κατασκευασμένου γονιδίου. Με αυτόν τον τρόπο, οι εταιρείες διεκδικούν ΚΑΙ τον φυσικό οργανισμό που βρίσκεται στην φύση, καθώς οι ντόπιοι καλλιεργητές δεν μπορούν να αποδείξουν ότι οι ποικιλίες τους είχαν αυτό το γονίδιο πριν την έκδοση της πατέντας!

Ίσως να φαίνεται υπερβολικό, αλλά στην ουσία μιλάμε για πατέντες στην ίδια την φύση. Επειδή το θέμα είναι τεράστιο, εδώ μεταφράζουμε μια συλλογή κειμένων1 που εστιάζουν στις DSI, οι οποίες είναι από τις βασικότερες παραμέτρους για να μπορεί στηθεί αυτή η “εικόνα”, και πιο συγκεκριμένα στην βιοπειρατεία. Στο σύνολό της, αυτή η “εικόνα”, περιλαμβάνει πολλά περισσότερα από την αδικία στην κατανομή οφελών στις ντόπιες κοινότητες που υπάρχουν τα εκάστοτε φυτά/οργανισμοι κλπ, καθώς η πολιτική οικονομία της ιδιοποίησης του φυσικού δεν περιορίζεται μόνο στα κέρδη που δεν μοιράζονται ισότιμα. Σχετικά κείμενα μπορεί να βρει κανείς σε προηγούμενα τεύχη, στα τετράδια για εργατική χρήση και σίγουρα σε μελλοντικές αναφορές.

Wintermute

Εισαγωγή στις DSI

Ένα σημασιολογικό UFO, που εμφανίστηκε αρχικά ως μια νέα επιστημονική έννοια, έχει πρόσφατα κυριαρχήσει σε όλες τις συζητήσεις σχετικά με τους σπόρους, τη βιοποικιλότητα και την πνευματική ιδιοκτησία. Κάποιοι το αποκαλούν DSI (Digital Sequence Information), ενώ άλλοι το αποκαλούν GSD (Genetic Sequence Data). Είναι ένα “ιπτάμενο αντικείμενο” επειδή κυκλοφορεί ελεύθερα στον κυβερνοχώρο με τη μορφή ηλεκτρονικών σημάτων υπολογιστών που τα εμφανίζουν ως μια διαδοχή τεσσάρων γραμμάτων (A, C, G, T ή U: ACGT για το DNA, ACGU για το RNA). “Αγνώστου ταυτότητας” επειδή όσο περισσότερο συζητείται σε διεθνείς πολιτικούς χώρους (ITPGRFA, CBD κλπ), τόσο λιγότερο είναι δυνατό να οριστεί.

Η απουσία ενός διεθνώς αναγνωρισμένου ορισμού έχει αποτέλεσμα οι χώρες του παγκόσμιου Νότου, οι κύριοι προμηθευτές γενετικών πόρων, να ερμηνεύουν τις DSI ως το γενετικό συστατικό των φυσικών οργανισμών, ενώ οι χώρες του παγκόσμιου Βορρά, οι κύριοι χρήστες αυτών των πόρων, να τις ερμηνεύουν ως προϊόντα έρευνας. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει τις πατέντες στις γενετικές πληροφορίες να επεκτείνονται και στους φυσικούς οργανισμούς που τις περιέχουν. Η απουσία ορισμού αυτών των πληροφοριών εμποδίζει επί του παρόντος τις συζητήσεις σχετικά με το νομικό πλαίσιο για τις νέες τεχνικές γενετικής τροποποίησης (NGT), όντας ο ελέφαντας στο δωμάτιο που κανείς δεν τολμά να αναφέρει.

Αυτές οι λέξεις αναφέρονται στο ίδιο “αντικείμενο”. Αλλά ενώ οι DSI είναι άυλα δεδομένα, ένα συστατικό ενός φυσικού οργανισμού, ακόμη και το γενετικό συστατικό, είναι υλικό. Όσον αφορά τις γενετικές πληροφορίες, είναι εξ’ ορισμού άυλες όπως όλες οι πληροφορίες, αλλά έχουν και υλική μορφή επειδή περιέχονται στη βιολογική ύλη (DNA). Ποιες είναι λοιπόν οι συνέπειες του να παίζουμε με τις λέξεις;

Για το διεθνές δίκαιο που υπαγορεύεται από τον βιομηχανικό “Παγκόσμιο Βορρά”, η ζωή και η γνώση είναι πρωτίστως βιομηχανικοί πόροι. Η Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα (CBD) είναι μια σύμβαση μεταξύ κρατών που καθορίζει τους κανόνες πρόσβασης σε βιολογικούς πόρους και συναφείς γνώσεις ζωτικής σημασίας για τη βιομηχανική ανάπτυξη. Κάθε πρόσβαση απαιτεί την υπογραφή διμερούς συμφωνίας που βασίζεται στην προηγούμενη συγκατάθεση του κράτους από το οποίο προέρχεται ο πολυπόθητος πόρος. Αυτό το κράτος μπορεί να αναθέσει αυτήν τη συγκατάθεση στο άτομο, στον αυτόχθονα πληθυσμό ή στην τοπική κοινότητα που διαχειρίζεται τον πόρο και κατέχει τις συναφείς γνώσεις. Αυτή η συγκατάθεση μπορεί να σχετίζεται με τους όρους χρήσης (μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας ή επίσης να πολλαπλασιαστούν, να εμπορευματοποιηθούν, να μετασχηματιστούν, να τροποποιηθούν γενετικά, να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας κλπ.) και με την κατανομή των οφελών που προκύπτουν από την εκμετάλλευσή τους. Από την υιοθέτηση της CBD το 1992, αυτοί οι όροι έχουν γενικά παρακαμφθεί, καθώς οι περισσότεροι βιολογικοί πόροι είναι ελεύθερα διαθέσιμοι σε πολλές δημόσιες συλλογές, χωρίς καμία σύνδεση με την προέλευσή τους. Αυτό ισχύει και για την περιγραφή, σε πολυάριθμες ελεύθερα προσβάσιμες δημοσιεύσεις, των χημικών και γενετικών συστατικών τους, τα οποία μπορούν να αντιγραφούν, χωρίς καμία άμεση χρήση του αρχικού βιολογικού πόρου. Η κατανομή των οφελών περιορίζεται επομένως σε λίγα δολάρια, τα οποία χρηματοδοτούν το έργο ΜΚΟ, ερευνητών και μερικές φορές οργανώσεων αυτόχθονων πληθυσμών που είναι υπεύθυνες για τη συλλογή και τη διάθεση των βιολογικών πόρων που δεν είναι ακόμη διαθέσιμοι, καθώς και της σχετικής γνώσης που κατέχουν οι αγρότες και οι άνθρωποι που βιοπορίζονται με αυτούς τους πόρους και τους συντηρούν.

Η Διεθνής Συνθήκη για τους Φυτογενετικούς Πόρους για τα Τρόφιμα και τη Γεωργία (ITPGRFA) αφορά την εφαρμογή της CBD στους σπόρους. Καταργεί την διμερή προηγούμενη συναίνεση και την αντικαθιστά με ένα πολυμερές σύστημα πρόσβασης (MLS), κυρίως σε μεγάλες εθνικές και διεθνείς τράπεζες γονιδίων. Αυτή η πρόσβαση δεν είναι δωρεάν, αλλά «διευκολυνόμενη», καθώς εξαρτάται από την υποχρέωση κατανομής των οφελών και την απαγόρευση διεκδίκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που περιορίζουν την πρόσβαση άλλων φορέων στον παρεχόμενο πόρο, καθώς και στα μέρη του ή στα γενετικά του συστατικά. Ένα Ταμείο Κατανομής Οφελών χρηματοδοτείται κυρίως από λίγα κράτη, με πολύ χαμηλότερα από τα ποσά που έχουν υποσχεθεί, καθώς η βιομηχανία σπόρων εκμεταλλεύεται την έλλειψη αποτελεσματικής ιχνηλασιμότητας των ανταλλαγών σπόρων ώστε να πληρώσει μόνο λίγα ποσά. Αυτό το ταμείο χρηματοδοτεί επίσης ιδρύματα, ΜΚΟ και ερευνητές που είναι υπεύθυνοι για την υποστήριξη των αγροτών να σώσουν τους σπόρους τους, τη συλλογή τους για το πολυμερές σύστημα και τη δημοσίευση των σχετικών γνώσεών.

Το γεγονός ότι οι γενετικές αλληλουχίες εκατομμυρίων βιολογικών πόρων και χιλιάδες δημοσιεύσεις σχετικά με τα σχετικά χαρακτηριστικά είναι πλέον ελεύθερα διαθέσιμες στο Διαδίκτυο, υπονομεύει τόσο την προηγούμενη συγκατάθεση της CBD όσο και τους όρους πρόσβασης στο πλαίσιο του ITPGRFA. Οι αλγόριθμοι “τεχνητής νοημοσύνης” χρησιμοποιούν εκατομμύρια από αυτά τα δεδομένα για να δημιουργήσουν προγνωστικά μοντέλα γενετικής μηχανικής, δημιουργώντας οργανισμούς, συστατικά και προϊόντα συνθετικής βιολογίας… κατοχυρωμένα με πατέντες πριν καν υπάρξουν.

Χιλιάδες πατέντες έχουν χορηγηθεί για γενετικές πληροφορίες που ενσωματώνονται με αυτόν τον τρόπο σε φυτά, ζώα, μικροοργανισμούς, μύκητες, φαρμακευτικά, κτηνιατρικά και βιολογικά προϊόντα ή/και για τις “νέες γονιδιωματικές τεχνικές” (NGT) που χρησιμοποιούνται για την απόκτηση αυτών των προϊόντων, παρόλο που μόνο ένας μικρός αριθμός από αυτές έχει στην πραγματικότητα αναπτυχθεί και διατεθεί στην αγορά. Δεδομένου ότι δεν συνδέονται πλέον άμεσα με την πρόσβαση με φυσικούς βιολογικούς πόρους αλλά μόνο με άυλα δεδομένα (DSI) που θεωρούνται ερευνητικά προϊόντα, όλες αυτές οι πατέντες παρακάμπτουν την κατανομή των οφελών. Η CBD εξετάζει επομένως τη σκοπιμότητα μιας οικονομικής εισφοράς στην εμπορευματοποίηση οποιουδήποτε προϊόντος που προκύπτει από τη χρήση DSI, η οποία θα καταβάλλεται σε ένα κοινό ταμείο. Από την πλευρά της, η ITPGRFA συζητά το ίδιο θέμα εδώ και 10 χρόνια. Αλλά οι διαφωνίες στον κλάδο, που στηρίζονται από τις χώρες του “παγκόσμιου Βορρά”, εμποδίζει κάθε απόφαση, ενώ χορηγούνται όλο και περισσότερες πατέντες.

Από το 1998, η ευρωπαϊκή οδηγία 98/44 για τη βιοτεχνολογία ορίζει ότι «η προστασία που παρέχεται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε ένα προϊόν που περιέχει ή αποτελείται από γενετικές πληροφορίες, επεκτείνεται σε όλο το υλικό στο οποίο ενσωματώνεται το προϊόν και στο οποίο περιέχονται οι γενετικές πληροφορίες και επιτελούν την λειτουργία τους». Ωστόσο, απαγορεύεται η κατοχύρωση με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της φύσης και των φυσικών διαδικασιών επιλογής, γνωστών ως “ουσιαστικά βιολογικών”. Οι τεχνικές διαγένεσης (trans-genesis) που είναι ικανές να ενσωματώσουν τέτοιες γενετικές μεταλλάξεις σε βιολογικούς οργανισμούς αφήνουν εύκολα αναγνωρίσιμες υπογραφές (υποκινητής, τερματιστής κλπ.). Άρα, με αυτές τις τεχνικές, το πεδίο εφαρμογής των πατεντών θα έπρεπε να περιορίζεται αποκλειστικά στα προϊόντα που προκύπτουν από την “εφεύρεση” και στα προϊόντα που έχουν μολυνθεί από τα πατενταρισμένα γονίδια.

Όμως όχι! Το νέο παραμύθι της βιομηχανίας και των κυβερνήσεων των πλουσιότερων χωρών είναι ότι οι “νέες γενετικές τεχνολογίες” (NGT) καθιστούν δυνατή την “παραγωγή” γενετικών πληροφοριών που δεν διακρίνονται από αυτές που περιέχονται στους φυσικούς οργανισμούς ή που προέρχονται από παραδοσιακές, μη κατοχυρώσιμες τεχνικές. Στην πραγματικότητα, η κωδικοποιημένη περιγραφή των πατενταρισμένων γενετικών πληροφοριών από μόνη της μπορεί όντως να μην είναι “διακριτή”, αλλά ποτέ ολόκληρος ο τροποποιημένος οργανισμός. Αυτό συμβαίνει επειδή οι NGT παράγουν συστηματικά πολλές ακόμα, λεγόμενες “ακούσιες”, γενετικές τροποποιήσεις που αποτελούν αδιαμφισβήτητες “υπογραφές” της χρήσης της τεχνολογίας γενετικής μηχανικής στην οποία βασίζεται η πατέντα.

Παρόλα αυτά, το πεδίο εφαρμογής της πατέντας επεκτείνεται σε οποιοδήποτε υλικό περιέχει την κατοχυρωμένη γενετική πληροφορία. Επομένως, επεκτείνεται και σε όλους τους οργανισμούς που την περιέχουν φυσικά ή ως αποτέλεσμα της χρήσης παραδοσιακών, μη κατοχυρώσιμων τεχνικών. Γι’ αυτό το λόγο, οι φαρμακευτικές, αγροχημικές, εταιρείες σπόρων και τροφίμων πιστεύουν ότι μπορούν να οικειοποιηθούν και να ελέγξουν όλη τη βιολογική ποικιλομορφία κάτω από τον ήλιο… Αλλά όλο και περισσότεροι αγρότες και πολίτες κινητοποιούνται για την κατάργηση αυτής της νέας μορφής βιοπειρατείας.

Καταγραφή DNA και το Earth BioGenome Project

Η αλληλούχιση και η καταγραφή σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων του γονιδιώματος των ζωντανών οργανισμών που αποτελούν τη βιολογική ποικιλομορφία είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της συνεχιζόμενης ιδιοποίησης ζωντανών οργανισμών. Αυτές οι πληροφορίες, γνωστές ως “πληροφορίες ψηφιακής αλληλουχίας” (Digital Sequence Information – DSI), αποτελούν αντικείμενο διεθνών διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα (CBD), της Διεθνούς Συνθήκης για τους Φυτογενετικούς Πόρους για τα Τρόφιμα και τη Γεωργία (ITPGRFA) και του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO). Στόχος αυτών των διαπραγματεύσεων είναι να καθοριστεί το νομικό καθεστώς και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την προστασία της βιοποικιλότητας από τη βιοπειρατεία. Το Earth BioGenome Project, το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2008, δεν αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά καταδεικνύει τα τεράστια διακυβεύματα που εμπλέκονται σε αυτές τις DSI.

Το 2019, παρουσιάσαμε σε άρθρο μας το Earth Biogenome Project, ένα διεθνές έργο που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη χρονιά. Είτε επρόκειτο απλά για μια ανακοίνωση είτε όχι, το έργο φαινόταν υπερβολικό εξαρχής, καθώς στόχος του ήταν η αλληλούχιση των γονιδιωμάτων 1,84 εκατομμυρίων γνωστών ευκαρυωτικών ειδών (οργανισμοί με κύτταρα που έχουν πυρήνα), από τα εκτιμώμενα 12 έως 15 εκατομμύρια. Το 2008 ανακοινώθηκε ότι το έργο θα διαρκούσε 10 χρόνια για να ολοκληρωθεί, με εκτιμώμενο κόστος 4,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Πλέον, το έργο έχει ξεπεράσει κατά πολύ το θεωρητικό του χρονοδιάγραμμα και ο στόχος της αλληλούχισης των εκατομμυρίων γονιδιωμάτων φαίνεται ακόμη πολύ, πολύ μακριά. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του έργου, έχουν αλληλουχηθεί τα γονιδιώματα μόνο 3.039 ειδών.2

Το Earth Biogenome Project είναι ένα πρότζεκ-ομπρέλα που καλύπτει πολλά άλλα προτζεκτ. Υπάρχουν 64 από αυτά, τα οποία μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους με βάση την γεωγραφία ή των οργανισμών που έχουν αλληλουχηθεί. Η λίστα των πρότζεκτ που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο περιλαμβάνει ένα με το όνομα “1.000 Χιλιανά Γονιδιώματα”, το οποίο στοχεύει στην “αποκρυπτογράφηση των γονιδιωμάτων ζώων, φυτών και μικροοργανισμών που ενδημούν στη Χιλή”. Το “Πρότζεκτ Αφρικανικού Βιογονιδιώματος” καλύπτει ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο, με στόχο την οικοδόμηση “ικανότητας (και υποδομής) για τη δημιουργία, ανάλυση και ανάπτυξη γονιδιωματικών δεδομένων για τη βελτίωση και τη βιώσιμη χρήση της βιοποικιλότητας και της γεωργίας σε όλη την Αφρική”. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι φυσικά παρούσα με τον “Ευρωπαϊκό Άτλαντα Αναφοράς Γονιδιώματος» (European Reference Genome Atlas), η οποία είναι “μια πανευρωπαϊκή κοινοτική πρωτοβουλία για τον συντονισμό της δημιουργίας γονιδιωμάτων αναφοράς που αντιπροσωπεύουν την ευρωπαϊκή ευκαρυωτική βιοποικιλότητα”.

Κάποια πρότζεκτ επίσης στοχεύουν σε τύπους οργανισμών και όχι σε γεωγραφικές περιοχές. Το πρότζεκτ “Γονιδιώματα των ωκεανών” στοχεύει στην “επιτάχυνση και διεύρυνση της παραγωγής ανοιχτά προσβάσιμων συλλογών γονιδιώματος για θαλάσσια σπονδυλωτά” που υπάρχουν σε όλους τους ωκεανούς. Τα βάθη του ωκεανού δεν έχουν ξεχαστεί, καθώς το πρότζεκ “Γονιδιωμάτων Βαθέων Υδάτων” θα διερευνά και θα συλλέγει δείγματα για αλληλούχιση, ενώ το πρότζεκτ “Πολικών Γονιδιωμάτων” στοχεύει στην “ενθάρρυνση της έρευνας σχετικά με τα μοναδικά χαρακτηριστικά και τις λειτουργίες του γονιδιώματος που επιτρέπουν μοναδικές και ισχυρές βιολογικές διεργασίες σε πολικούς οργανισμούς”. Θηλαστικά, ψάρια, πουλιά, έντομα, καβούρια, πεταλούδες, μυρμήγκια, αμφίβια, μέλισσες, νυχτερίδες… βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο πολυάριθμων παρόμοιων πρότζεκτ.

Το πρότζεκτ “Σοφοί Πρόγονοι” (Wise Ancestors) είναι κάπως πρωτότυπο μεταξύ αυτών. Η αποστολή του, όπως ορίζεται στον ιστότοπό του, είναι η συνδημιουργία και η ανάπτυξη “ερευνητικών έργων εστιασμένα στις προκλήσεις διατήρησης των ειδών, σε συνεργασία με αυτόχθονες λαούς και τοπικές κοινότητες, με σκοπό την παραγωγή γονιδιωματικών πληροφοριών, την ενίσχυση των τοπικών προσπαθειών διατήρησης και την υποστήριξη της κυριαρχίας των αυτόχθονων δεδομένων”. Με απλά λόγια, αυτό το έργο συντονίζει το έργο των ερευνητών και των τοπικών κοινοτήτων για την αλληλούχιση του γονιδιώματος ειδών που είναι γνωστά και χρησιμοποιούνται από αυτές τις τοπικές κοινότητες, καθώς και για τη συλλογή της σχετικής παραδοσιακής γνώσης.

Εκτός του ότι αποτελεί ένα απτό παράδειγμα των κινδύνων της ιδιοποίησης της βιοποικιλότητας μέσω της χρήσης DSI και της συλλογής της σχετικής παραδοσιακής γνώσης, το έργο αυτό είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο όσον αφορά τη χρηματοδότησή του. Στην ιστοσελίδα του αναφέρει ότι η μόνη πηγή χρηματοδότησής του είναι το Future of Life Institute. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το εν λόγω ίδρυμα είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Διαφάνειας λόγω των συναντήσεών του με μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μεταξύ 2021 και 2024, σχετικά με τη νομοθεσία για την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία εγκρίθηκε τον περασμένο Ιούλιο. Όπως αναφέρει το ίδιο το ίδρυμα, οι οικονομικοί του πόροι προέρχονται από δωρεές που έλαβε και στη συνέχεια αναδιανεμήθηκαν με τη μορφή επιχορηγήσεων. Στους δωρητές περιλαμβάνονται ο Vitalik Buterin, συνιδρυτής του κρυπτονομίσματος Ethereum, ο Jaan Tallinn, ιδρυτής του Skype, και, το 2015, ο Elon Musk, συνιδρυτής των Space X, Tesla, PayPal και OpenAIx. Αν το δούμε από την ανάποδη, η πορεία που περιγράφεται εδώ δείχνει ότι είναι οι βασικοί παράγοντες της τεχνητής νοημοσύνης και των κρυπτονομισμάτων που επενδύουν στην αλληλούχιση των γονιδιωμάτων και κινητοποιούν τους ερευνητές και τις τοπικές κοινότητες.

Γιατί λοιπόν, μας προβληματίζει το Earth BioGenome Project; Ένα από τα ζητήματα είναι η πνευματική ιδιοκτησία. Η αλληλούχιση των γονιδιωμάτων τροφοδοτεί βάσεις δεδομένων που αποθηκεύουν τις DSI. Οι DSI αποτελούν από μόνες τους μια πηγή πληροφοριών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη μιας “εφεύρεσης” και την αξίωση μιας σχετικής πατέντας. Στον τομέα της ζωής, οι πατέντες έχουν την ιδιαιτερότητα να πρέπει να περιέχουν τις πληροφορίες που αποτελούν την εν λόγω εφεύρεση, μαζί με κάθε οργανισμό που περιέχει αυτές τις πληροφορίες. Η πρόσφατη περίπτωση μιας πατέντας της εταιρείας KWS για φυτά καλαμποκιού ανθεκτικά στο κρύο, που αμφισβητήθηκε ανεπιτυχώς ενώπιον του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (EPO) και απειλεί το έργο των αγροτών που είχαν επιλέξει ποικιλίες καλαμποκιών ανθεκτικές στο κρύο πριν από την αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το αποδεικνύει. Αυτό αποδεικνύεται επίσης από την πρόσφατη υιοθέτηση εντός του Παγκόσμιου Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO), μιας διεθνούς συνθήκης στην οποία έχει καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλιστεί ότι δεν χρειάζεται να αναφέρεται η προέλευση του “υλικού” (στην περίπτωσή μας, φυσικοί οργανισμοί ή DSI), καθιστώντας έτσι ευκολότερη την επέκταση του πεδίου εφαρμογής μιας πατέντας πολύ πέρα από την μοναδική “εφεύρεση” που διεκδικείται.

Στην περίπτωση του Earth BioGenome Project, υπάρχουν οι συστάσεις ώστε να διασφαλιστεί ότι όλες οι δειγματοληψίες θα πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες. Η γενική προσέγγιση είναι ότι “οι συλλέκτες δειγμάτων θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι υπάρχουν όλες οι τοπικές και εθνικές άδειες για τη συλλογή και ότι υπάρχει αρχείο αυτών των αδειών στο οποίο μπορούν να αναφερθούν εάν προκύψουν ερωτήματα σχετικά με το εάν ένα δείγμα αποκτήθηκε νόμιμα”. Η υπό όρους ρήτρα που χρησιμοποιείται σε αυτήν την προσέγγιση, όπως και στις υπόλοιπες συστάσεις για τη συλλογή δειγμάτων, εγείρει ωστόσο ερωτήματα, καθώς η συμμόρφωση με τους εθνικούς ή διεθνείς κανόνες εφαρμόζεται σπάνια, ενώ καλύπτει εν μέρη την καθιερωμένη διαδικασία συλλογής και μεταφοράς του Πρωτοκόλλου της Nagoya: ενώ περιλαμβάνει την λήψη συναίνεσης και συμφωνίας κατανομής οφελών, παραβλέπει τη βασική συμφωνία ως προς την μεταφορά του υλικού. Αυτή η παράλειψη μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι αυτός ο “οδηγός ορθής πρακτικής” βασιζεται στο ότι η δουλειά μπορεί να απλοποιηθεί με εργαλεία “τεχνητής νοημοσύνης”. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν λεπτομερείς αναφορές ότι το Earth BioGenome Project προωθεί την απλοποίηση των τυπικών διαδικασιών, ώστε να διευκολυνθούν οι δραστηριότητες εξαγωγής, αλληλούχισης και σύνθεσης. Η “ευκολία” σημαίνει ότι ένα απλό φορητό εργαστήριο θα μπορούσε να είναι αρκετό για να γίνει η αλληλούχιση του δείγματος. Αυτό μειώνει την πίεση στις απαιτήσεις του Πρωτοκόλλου της Nagoya, όπως επίσης και τον προϋπολογισμό της μεταφοράς και της διατήρησης μιας μεταφορικής “κρύας-αλυσίδας” (για την θερμοκρασία σχετικά με την μεταφορά των δειγμάτων).

Αυτή η προσέγγιση βασίζεται στην απουσία νομικού ορισμού και καθεστώτος για τις DSI, ενώ παράλληλα πολλές διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη σε διεθνές επίπεδο και ορισμένοι παράγοντες, ιδίως στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, πιέζουν ώστε οι DSI να μην υπόκεινται στους κανόνες που διέπουν την εκμετάλλευση της βιοποικιλότητας. Ενώ είναι απαραίτητο να επιτευχθεί συμφωνία για τη μεταφορά υλικού, προκειμένου να γίνει εξαγωγή ενός οργανισμού από τη χώρα όπου βρίσκεται, αρκετές χώρες θεωρούν ότι αυτό δεν θα πρέπει να ισχύει για τις DSI. Από αυτή την άποψη, το Earth BioGenome Project εγείρει το ζήτημα της βιοπειρατείας με ακόμη πιο έντονο τρόπο, και ακόμη περισσότερο δεδομένου ότι η οποιαδήποτε τέτοια πρόσβαση σε γενετικές πληροφορίες είναι ήδη μη αναστρέψιμη, καθώς υπάρχουν πολλές προσβάσιμες βάσεις δεδομένων DSI, τόσο σε δημόσιες συλλογές γενετικών πόρων που δεν τεκμηριώνουν την προέλευση των φυσικών οργανισμών, όσο και σε πολλές ιδιωτικές.

Ψηφιοποίηση γονιδιωμάτων μέσω “τεχνητής νοημοσύνης”

Η χρήση αλγορίθμων υπολογιστών, που λειτουργούν σε πραγματικά εργοστάσια, για την αξιοποίηση ολοένα και αυξανόμενων ποσοτήτων πληροφοριών είναι ένα από τα θέματα του 2025. Αυτά τα εργοστάσια υπολογιστών, που ονομάζονται λανθασμένα “τεχνητή νοημοσύνη”, απαιτούν ολοένα και μεγαλύτερους διακομιστές υπολογιστών, οι οποίοι με τη σειρά τους καταναλώνουν ολοένα και περισσότερους υδάτινους και ενεργειακούς πόρους. Αλλά πάνω απ’ όλα η χρήση τους στην ψηφιοποίηση ζωντανών οργανισμών αξίζει μια πιο προσεκτική ματιά για όσους παρακολουθούν το θέμα των ΓΤΟ. Σε μια εποχή που οι πολυεθνικές εντείνουν τις προσπάθειές τους για την οικειοποίηση των ζωντανών οργανισμών, με ποιον τρόπο αυτοί οι αλγόριθμοι γίνονται εργαλεία μονοπώλειου;

Από το 2008, το Earth BioGenome Project στοχεύει στην αλληλούχιση των γονιδιωμάτων εκατομμυρίων ειδών με κόστος τουλάχιστον πέντε δισεκατομμύρια δολάρια και ενώ μέχρι τον Δεκέμβριο του 2024 μόνο 3.039 γονιδιώματα είχαν αλληλουχηθεί, η φιλοδοξία παραμένει και η ποσότητα των δεδομένων που αναμένονται είναι εκπληκτική. Σε μια έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2025, ο οργανισμός Save our seeds δίνει αρκετά αποκαλυπτικά στοιχεία. Οι αλληλουχίες 13,8 εκατομμυρίων πρωτεϊνών από 342 διαφορετικά είδη φυτών αποθηκεύονται σε μια βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε από πανεπιστημιακούς ερευνητές και ονομάζεται PlantMWpIDB. Μια άλλη δημόσια βάση δεδομένων, η PlantExp, περιέχει τις αλληλουχίες 131.400 μεταγραφωμάτων (transscriptomes), δηλαδή όλα τα μόρια RNA που αναγνωρίζονται σε ένα γονιδίωμα. Μια άλλη βάση δεδομένων, η Pmhub, περιέχει περιγραφές 188.837 φυτικών μεταβολιτών. Αυτά τα στοιχεία δίνονται ως παραδείγματα. Είναι αδύνατο να έχουμε μια ιδέα για τη συνολική ποσότητα πληροφοριών που παράγονται και αποθηκεύονται.Το ABS Biotrade πρότζεκτ, αναφέρει ότι η αλληλούχιση γενετικών πληροφοριών έγινε τόσο κοινή πρακτική σε όλους τους τομείς των βιολογικών επιστημών που οδηγεί στη δημιουργία και αποθήκευση μιας τεράστιας ποσότητας πληροφοριών κάθε μέρα.

Από τεχνική άποψη, η παραγωγή αυτών των δεδομένων κατέστη δυνατή χάρη στο χαμηλότερο κόστος και την αυξανόμενη ταχύτητα των μεθόδων αλληλούχισης. Όπως αναφέρει λεπτομερώς η Save our Seeds στην έκθεσή της, η πρώτη αλληλούχιση ενός πλήρους γονιδιώματος, αυτή του Arabidopsis Thaliana, που δημοσιεύτηκε το 2000, απαιτούσε 10 χρόνια εργασίας με κόστος 100 εκατομμύρια δολάρια. Ενώ, 25 χρόνια αργότερα, το 2025, η αλληλούχιση του γονιδιώματος ενός φυτού διαρκεί μόνο μία εβδομάδα, με κόστος λιγότερο από 1.000 δολάρια. Εκτός από αυτές τις μεθόδους αλληλούχισης υπάρχουν και οι λεγόμενες “ομικές”, οι οποίες μελετούν όλους τους τύπους μορίων που υπάρχουν σε ένα κύτταρο: οι πρωτεΐνες και το RNA είναι δύο παραδείγματα. Στόχος πολλών εταιρειών σήμερα είναι να καταρτίσουν έναν χάρτη των μορίων που παράγονται και υπάρχουν σε ένα κύτταρο, ένα είδος “Google Maps των φυτών”, όπως τον αποκαλεί η Save our Seeds. Το 2021, ένα συνέδριο για τον πρώτο άτλαντα φυτικών κυττάρων συγκέντρωσε 500 εκπροσώπους από κυβερνήσεις, ερευνητικά ινστιτούτα και εταιρείες όπως η Bayer, η Google και η Syngenta.

Για την επεξεργασία αυτής της αυξανόμενης ποσότητας δεδομένων και για την εκπλήρωση των απαιτούμενων εργασιών, οι αλγόριθμοι χρειάζονται υλικό, ενέργεια και νερό. Οι αριθμοί εδώ αποκτούν μια διάσταση που είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Στην εταιρεία του Elon Musk για παράδειγμα, την xAI, η οποία ισχυρίζεται ότι επιταχύνει την επιστημονική ανακάλυψη, το datacenter Colossus, με έδρα το Μέμφις στις ΗΠΑ, έχει απαιτήσεις που σπάνια ικανοποιούνται. Αυτοί οι διακομιστές λειτουργούν με 100.000 επεξεργαστές που παρέχονται από την Nvidia. Αυτοί οι επεξεργαστές απαιτούν το ισοδύναμο 150 μεγαβάτ ανά ώρα για να λειτουργήσουν, που αντιστοιχεί στις ανάγκες 100.000 σπιτιών για την ίδια διάρκεια. Για να αποκτήσει αυτή την ποσότητα ενέργειας, ο διακομιστής της xAI τροφοδοτείται επί του παρόντος από τουρμπίνες που τροφοδοτούνται με μεθάνιο. Για τα επόμενα χρόνια, οι παίκτες στον τομέα αυτόν εργάζονται σε μίνι ατομικούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας. Στη Γαλλία, η EDF έχει ξεκινήσει μια θυγατρική, την Nuward, για το σχεδιασμό και την κατασκευή τέτοιων αντιδραστήρων το 2023.

Η ενέργεια όμως δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Αυτοί οι διακομιστές, όπως όλα τα datacenter, πρέπει να ψύχονται συνεχώς. Για να γίνει αυτό, οι απαιτήσεις σε νερό είναι επίσης εντυπωσιακές. Αν κοιτάξουμε ξανά το datacenter της xAI, απαιτεί πάνω από 3,5 εκατομμύρια λίτρα νερού την ημέρα. Σε σχέση με τον πληθυσμό της Γαλλίας, για παράδειγμα, αυτό αντιστοιχεί στη μέση ημερήσια κατανάλωση άνω των 22.300 σπιτιών… Και το φθινόπωρο του 2024, η xAI ανακοίνωσε σχέδια για τον διπλασιασμό του μεγέθους του datacenter.

Παράλληλα, η ποσότητα των δεδομένων αλληλουχίας αναμένεται να αυξηθεί εκθετικά. Το Earth BioGenome Project κινητοποιεί περισσότερα από 60 πρότζεκτ παγκοσμίως, στην ξηρά και στη θάλασσα, για την λήψη δειγμάτων από τους περισσότερους , αν όχι όλους τους οργανισμούς, με τα δεδομένα αυτά να αποθηκεύονται στη συνέχεια σε ηλεκτρονική μορφή σε datacenter. Αρκετές περιπτώσεις καταδεικνύουν ότι ιδιωτικοί αλγόριθμοι χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο για να τροφοδοτηθούν από αυτά τα ψηφιακά δεδομένα, κυρίως για να σχεδιάσουν γενετικές τροποποιήσεις που οι εργαστηριακοί ερευνητές των πολυεθνικών θα ήθελαν να εφαρμόσουν. Για αρκετά χρόνια τώρα, οι εταιρείες πληροφορικής έχουν κινητοποιηθεί στο σταυροδρόμι των αλγορίθμων και των βιοτεχνολογιών. Μια έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 από το Αφρικανικό Κέντρο για τη Βιοποικιλότητα, την ETC Group και το Third World Network, για παράδειγμα, αναφέρει λεπτομερώς ότι η Google, η Microsoft, η Amazon και η Nvidia έχουν επενδύσει και αναπτύξει έργα που αφορούν τους ζωντανούς οργανισμούς. Για παράδειγμα, η Google έχει συστήσει μια εταιρεία, μαζί με την Gigko Bioworks, για τη δημιουργία νέων πρωτεϊνών χρησιμοποιώντας τους αλγόριθμους “τεχνητής νοημοσύνης” Google DeepMind. Ο ιδρυτής της Amazon, Jeff Bezos, εν τω μεταξύ, έχει επενδύσει 100 εκατομμύρια δολάρια μέσω του Bezos Earth Fund για τη δημιουργία νέων πρωτεϊνών χρησιμοποιώντας τους δικούς του αλγόριθμους.

Έτσι, τα τελευταία χρόνια, η ανάπτυξη της υπολογιστικής ικανότητας για την εκτέλεση αυτών των αλγορίθμων έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας αυξανόμενης αναζήτησης για χρηματοδότηση. Ως πιο πρόσφατο παράδειγμα, στις 11 Φεβρουαρίου 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε μια πρωτοβουλία για την άντληση 200 δισεκατομμυρίων ευρώ για επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα. Σύμφωνα με την JP Morgan, πάνω από 1.000 δισεκατομμύρια δολάρια θα μπορούσαν να επενδυθούν μεταξύ 2024 και 2027, ενώ ταυτόχρονα, στο σταυροδρόμι της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας, η αξία της βιοτεχνολογικής αγοράς εκτιμήθηκε, το 2023, σε 1.500 δισεκατομμύρια δολάρια, με τους σχετικούς τομείς να κυμαίνονται από μόρια που χρησιμοποιούνται στην ιατρική έως γενετικά τροποποιημένα φυτά που χρησιμοποιούνται στη γεωργία, τα αγροδιατροφικά, τα αγροκαύσιμα κλπ.

Σε μια εποχή που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει την απελευθέρωση πολλών ΓΤΟ από το 2023, η εμφάνιση αυτής της (λανθασμένα) ονομαζόμενης τεχνολογίας “τεχνητής νοημοσύνης” φαίνεται να αποτελεί μια πλήρη μετατόπιση του υπάρχοντος τεχνικού παραδείγματος, καθώς το τοπίο των πολυεθνικών που εμπλέκονται στην αγροδιατροφική αλυσίδα θα μπορούσε να αναδιαρθρωθεί τα επόμενα χρόνια. Όσο για τους πολίτες, η θέση τους σε αυτήν την τεχνολογική εξέλιξη είναι, προς το παρόν, αυτή του απλού θεατή, όταν δεν είναι οι ίδιοι πάροχοι προσωπικών δεδομένων.

Η διασύνδεση των DSI με τις “νέες βιοτεχνολογίες”

Όλες οι νέες βιοτεχνολογίες είναι στην ουσία “σύγχρονες βιοτεχνολογίες” όπως αυτές ορίζονται στο Πρωτόκολλο της Καρθαγένης. Η CBD τις κατατάσσει ως “συνθετική βιολογία”. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποιεί τον όρο “νέες γονιδιωματικές τεχνικές” (NGT) ή, για τα φυτά, “νέες τεχνικές αναπαραγωγής”. Ο πολλαπλασιασμός νέων ονομασιών χωρίς διεθνώς αναγνωρισμένο ορισμό αποσκοπεί αποκλειστικά στη δημιουργία σύγχυσης, προκειμένου να αποκλειστούν αυτές οι τεχνικές από το πεδίο εφαρμογής του Πρωτοκόλλου της Καρθαγένης, το οποίο στη συνέχεια θα εφαρμόζεται μόνο στις τεχνικές διαγένεσης (transgenesis). Η ίδια σύγχυση από τον πολλαπλασιασμό νέων ονομασιών ισχύει και για τους λεγόμενους “βιο-εμπλουτισμένους” σπόρους. Υπάρχουν ορισμένοι σπάνιοι παραδοσιακοί βιο-εμπλουτισμένοι σπόροι, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία είναι απλά γενετικά τροποποιημένοι.

Η βιομηχανία θέλει επίσης να εξαιρέσει από αυτό το πεδίο εφαρμογής και άλλα προϊόντα που προέρχονται από αυτές τις σύγχρονες βιοτεχνολογίες, όπως τα φυτοφάρμακα RNAi, τα εμβόλια, οι ιοί… επειδή – λένε – ότι δεν είναι τα ίδια ζωντανοί οργανισμοί, παρόλο που διαδίδονται με στόχο την τροποποίηση του γονιδιώματος ή του επιγονιδιώματος των ζωντανών οργανισμών. Μέχρι σήμερα, η CBD δεν έχει ολοκληρώσει τις συζητήσεις της επί του θέματος.

– Τι είναι οι γενετικές πληροφορίες;

Το γονίδιο δεν είναι ένας οργανισμός, αλλά είναι ένα απαραίτητο δομικό στοιχείο των ζωντανών οργανισμών. Αποτελείται από νουκλεϊκά οξέα, τα οποία είναι απτά χημικά μόρια. Το γονίδιο είναι επομένως μια φυσική, απτή ουσία. Ορισμένα γονίδια θεωρείται ότι φέρουν πληροφορίες που καθορίζουν ένα συγκεκριμένο βιολογικό χαρακτηριστικό των οργανισμών που τα περιέχουν. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι το ίδιο βιολογικό χαρακτηριστικό συχνά εξαρτάται από πολλά γονίδια και ότι, σε διαφορετικά πλαίσια, το ίδιο γονίδιο μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικά χαρακτηριστικά ή καθόλου χαρακτηριστικά. Αλλά το διεθνές δίκαιο δεν ασχολείται με αυτές τις λεπτομέρειες…

Η πληροφορία από την άλλη, δεν είναι μια υλική ουσία. Ωστόσο, η γενετική πληροφορία ορίζεται μόνο από την υλική της υποστήριξη, τη γενετική αλληλουχία. Οι γενετιστές αναφέρονται στο “γονίδιο που κωδικοποιεί μια πρωτεΐνη”, ενώ οι νομικοί μιλούν για “την λειτουργία του γονιδίου”. Ωστόσο, αυτή η υλική υποστήριξη μπορεί να αποϋλοποιηθεί σε δεδομένα υπολογιστή, τα οποία μπορούν να ταξιδέψουν σε όλο τον πλανήτη και να εμφανιστούν σε οθόνες με τη μορφή μιας διατεταγμένης διαδοχής των 4 γραμμάτων (A, C, T, G ή U). Αλλά αυτά τα γράμματα από μόνα τους δεν λένε τίποτα για τη λειτουργία της γενετικής αλληλουχίας που αντιπροσωπεύουν. Αυτή η λειτουργία πρέπει να προσδιοριστεί αλλού.

– Οι γενετικές πληροφορίες, το Πρωτόκολλο της Καρθαγένης και οι πατέντες

Οι πρώτες πατέντες για γονίδια χορηγήθηκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980, μετά από πολλές διαμάχες σχετικά με την ιδιωτικοποίηση των ζωντανών οργανισμών. Το 1998, η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησε την Οδηγία 98/44/ΕΚ για τη βιοτεχνολογία, σύμφωνα με την οποία (Άρθρο 9) «η προστασία που παρέχεται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε ένα προϊόν που περιέχει ή αποτελείται από γενετικές πληροφορίες, επεκτείνεται σε όλο το υλικό στο οποίο ενσωματώνεται το προϊόν και στο οποίο περιέχονται οι γενετικές πληροφορίες και επιτελούν την λειτουργία τους». Επομένως, για τον ευρωπαίο νομοθέτη, οι γενετικές πληροφορίες περιέχονται σε ένα προϊόν ή αποτελούν το ίδιο το προϊόν και μπορούν να παρέχουν αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης των υλικών που τις περιέχουν. Αν και άυλες, παραμένουν αναπόσπαστο μέρος αυτών των βιολογικών υλικών.

Επίσης, η ευρωπαϊκή οδηγία δεν διευκρινίζει αν αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης περιορίζεται αποκλειστικά στα βιολογικά υλικά που προέρχονται από την συγκεκριμένη τεχνική διαδικασία που δικαιολογεί την κατοχυρωμένη εφεύρεση. Μπορεί επομένως να επεκταθεί σε προϊόντα που προέρχονται από παραδοσιακές τεχνικές και τα οποία περιέχουν φυσικά τις γενετικές αυτές πληροφορίες, οι οποίες είναι παρόμοιες στην περιγραφή τους με εκείνες που διεκδικούνται από την πατέντα και εκφράζουν τη λειτουργία τους. Μέχρι σήμερα, μόνο το Πρωτόκολλο της Καρθαγένης έχει περιορίσει τον κίνδυνο καταχρηστικής επέκτασης του πεδίου εφαρμογής των πατεντών στα “εγγενή χαρακτηριστικά”. Στο Παράρτημα II του πρωτοκόλλου, απαιτείται η ύπαρξη “οποιασδήποτε μοναδικής ταυτοποίησης” των “Ζωντανών Τροποποιημένων Οργανισμών” (LMO) που προορίζονται για τρόφιμα, ζωοτροφές ή άλλη επεξεργασία, καθώς μια τέτοια ταυτοποίηση καθιστά δυνατή τη διάκριση του κατοχυρωμένου LMO από οποιοδήποτε άλλο προϊόν. Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής της πατέντας για έναν LMO μπορεί να επεκταθεί μόνο σε αυτόν τον LMO και σε προϊόντα που προέρχονται από ή έχουν μολυνθεί από αυτόν τον LMO, και όχι στα εγγενή γονίδια παραδοσιακών προϊόντων. Βέβαια, οι πλούσιες χώρες που φιλοξενούν τις μεγαλύτερες βιομηχανικές εταιρείες θέλουν να άρουν αυτό το εμπόδιο στη βιοπειρατεία κα για τον σκοπό αυτό, αναπτύσσουν μια σειρά από φανταστικές ιστορίες που ισχυρίζονται ότι οι νέες βιοτεχνολογίες δεν είναι σύγχρονες βιοτεχνολογίες κατά την έννοια του Πρωτοκόλλου της Καρθαγένης.

Ενώ έχουν υιοθετηθεί διεθνώς κανονιστικά πρωτόκολλα για την ανίχνευση και την ταυτοποίηση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ), το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τους ΓΤΟ που κατασκευάζονται μέσω των “νέων βιοτεχνολογιών”. Όλοι οι κάτοχοι πατεντών διαθέτουν τη διαδικασία που τους επιτρέπει τον εντοπισμό και τη δίωξη οποιουδήποτε παραβιάζει την εφεύρεσή τους και αυτές οι διαδικασίες θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται στην υποχρέωση του Πρωτοκόλλου για την ταυτοποίηση. Ωστόσο, σύμφωνα με το δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, αποτελούν εμπιστευτικές πληροφορίες που προστατεύονται από το βιομηχανικό απόρρητο. Αυτή η εμπιστευτικότητα επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει τρόπος διάκρισης μεταξύ των ΓΤΟ που προέρχονται από νέες βιοτεχνολογίες και των οργανισμών που προέρχονται από παραδοσιακές τεχνικές και, κατά συνέπεια, να προτείνει την εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής του Πρωτοκόλλου. Eνώ η DSI του μεμονωμένου τροποποιημένου γονιδίου μπορεί να μην επαρκεί για να τεκμηριωθεί αυτή η διάκριση, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για την περιγραφή ολόκληρου του τροποποιημένου οργανισμού, με τις γενετικές, επιγενετικές, μοριακές και άλλες υπογραφές των ακούσιων επιδράσεων εντός ή εκτός στόχου των χρησιμοποιούμενων γενετικών τεχνικών, οι οποίες επιτρέπουν την μοναδική και αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση του οργανισμού. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η βιομηχανία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλουν να περιορίσουν τη ρύθμιση μόνο στον γενετικό χαρακτήρα (DSI) που διεκδικείται στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο του γενετικά τροποποιημένου οργανισμού.

Επιπλέον, ένας κάτοχος πατέντας μπορεί να κατασχέσει τα προϊόντα των ανταγωνιστών του αποκλειστικά και μόνο βάσει της εικαζόμενης παραβίασης. Στη συνέχεια, εναπόκειται στον φερόμενο ως παραβάτη να αποδείξει ότι τα προϊόντα του δεν προέρχονται από την κατοχυρωμένη εφεύρεση. Και αυτό μπορεί να το πράξει μόνο εάν έχει δημοσιεύσει σε επίσημο έγγραφο, πριν από την πρώτη αξίωση της πατέντας, ότι το προϊόν του περιείχε ήδη τις γενετικές πληροφορίες που αναφέρονται στην πατέντα, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να έχει καταθέσει σε επίσημη συλλογή ένα δείγμα που να του επιτρέπει να το αποδείξει. Οι αγρότες και οι μικρές τοπικές εταιρείες σπόρων δεν αλληλουχούν, ούτε καταθέτουν σε επίσημες συλλογές τα εκατομμύρια νέων σπόρων που επιλέγουν και αποθηκεύουν κάθε χρόνο. Εάν αυτοί οι σπόροι περιέχουν φυσικά γενετικές πληροφορίες που περιγράφονται ως παρόμοιες με αυτές που κατοχυρώνονται σε μια πατέντα, μόνο η υποχρέωση δημοσίευσης του μοναδικού αναγνωριστικού του ΓΤΟ μπορεί να τους επιτρέψει να αποδείξουν ότι δεν έχουν αντιγράψει την κατοχυρωμένη εφεύρεση. Η εξαίρεση των νέων ΓΤΟ από το πεδίο εφαρμογής του Πρωτοκόλλου της Καρθαγένης θα άρει αυτήν την υποχρέωση και, ως εκ τούτου, θα νομιμοποιήσει την βιοπειρατεία, κατά κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων των αγροτών και των αυτόχθονων πληθυσμών που κατοχυρώνονται στην ITPGRFA και την Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Αγροτών (UNDROP).

Τον Ιούλιο του 2014, η ITPGRFA πραγματοποίησε τελετή αφιερωμένη στην 10η επέτειο από την έναρξη ισχύος της. Ο Γραμματέας της, Shackel Batthi, ανακοίνωσε με την ευκαιρία αυτή ότι είχε υπογράψει τη δέσμευση της Συνθήκης για το νέο πρόγραμμα, DivSeek, το οποίο έχει σχεδιαστεί για τη δημοσίευση σε ανοιχτή πρόσβαση στο Διαδίκτυο των γενετικών αλληλουχιών των δύο εκατομμυρίων δειγμάτων σπόρων που είναι αποθηκευμένα στις γενετικές τράπεζες που διατίθενται στο Πολυμερές Σύστημα Πρόσβασης και Καταμερισμού Οφελών (MLS) της Συνθήκης.

Η πλήρης αλληλούχιση του πρώτου φυτού, του ρυζιού, η οποία ξεκίνησε το 1993 στην Ιαπωνία, ολοκληρώθηκε μόλις 12 χρόνια αργότερα, το 2005, ένα χρόνο μετά την υπογραφή της Συνθήκης. Κινητοποίησε εκατοντάδες ερευνητές από 11 διαφορετικές χώρες και εκατομμύρια δολάρια. Το 2014, η αλληλούχιση ενός δείγματος φυτού απαιτούσε ήδη μόνο λίγες ημέρες και μερικές δεκάδες δολάρια. Σήμερα, είναι πλήρως αυτοματοποιημένη, διαρκεί μόνο μία ή δύο ημέρες, ανάλογα με την απαιτούμενη ακρίβεια, και κοστίζει μόνο λίγα δολάρια.

Αυτή η παρατήρηση επέτρεψε στον εκπρόσωπο της La Via Campesina να απαντήσει στον Shackel Batthi, ο οποίος περίμενε κομπλιμέντα, καταγγέλλοντας την πρωτοβουλία του: «Mε την εξέλιξη των τεχνικών, η σύνδεση γενετικών και φαινοτυπικών δεδομένων των φυτογενετικών πόρων διευκολύνει την υποβολή αιτήσεων ευρεσιτεχνίας για φυτικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων “ιθαγενών” χαρακτηριστικών που υπάρχουν ήδη στη φύση. Τέτοιες πατέντες επιτρέπουν την ιδιοποίηση αυτών των πόρων και προαναγγέλλουν τον θάνατο της διευκολυνμένης πρόσβασης που στηρίζει το MLS. Προαναγγέλλουν επίσης το τέλος των δικαιωμάτων των αγροτών, οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν ή να ανταλλάσσουν τους δικούς τους σπόρους όταν καταχωρείται πατέντα σε ένα γονίδιο που υπάρχει ήδη στην φύση ή όταν αυτοί έχουν μολυνθεί από πατενταρισμένα γονίδια».

Η πρόσβαση σε φυτογενετικούς πόρους για τα τρόφιμα και τη γεωργία (PGRFA) βάσει του MLS είναι «διευκολυνόμενη», που σημαίνει ότι εξαιρείται από οποιαδήποτε διμερή συμφωνία μεταξύ παρόχου και παραλήπτη. Ωστόσο, δεν είναι δωρεάν, καθώς εξακολουθεί να συνδέεται με την υποχρέωση κατανομής των οφελών και απαγόρευση διεκδίκησης οποιασδήποτε πατέντας για τον παρεχόμενο πόρο, τα μέρη του ή τα γενετικά του συστατικά. Επομένως, η δωρεάν πρόσβαση της DivSeek στις γενετικές αλληλουχίες αυτών των πόρων συνιστά παραβίαση της Συνθήκης. Ο Shackel Batthi έκανε σοβαρό λάθος δεσμεύοντας τη Συνθήκη στο πρόγραμμα DivSeek και μάλιστα χωρίς να ζητήσει τη συμφωνία του Διοικητικού της Συμβουλίου. Έχασε τη θέση του δύο χρόνια αργότερα και επέστρεψε αμέσως στον προηγούμενο εργοδότη του, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO), τον οποίο στην πραγματικότητα δεν είχε πάψει ποτέ να υπηρετεί.

Το 2017, η νέα έννοια των DSI εμφανίστηκε στην ημερήσια διάταξη της Συνθήκης. Η έλλειψη ιχνηλασιμότητας της προέλευσης ενός πατενταρισμένου DSI επιτρέπει στη βιομηχανία να ισχυρίζεται ότι δεν έχει χρησιμοποιήσει καμία PGRFA από το MLS. Αυτό απαλλάσσει τη βιομηχανία από την υποχρέωση κατανομής οφελών, από την απαγόρευση πατενταρίσματος των γενετικών συστατικών των PGRFA, καθώς και από την επέκταση του πεδίου εφαρμογής των εν λόγω πατεντών σε φυσικούς ή παραδοσιακά εκτρεφόμενους σπόρους που περιέχουν το ίδιο DSI. Αυτό προκάλεσε έντονες συζητήσεις μεταξύ, αφενός, των χωρών του Παγκόσμιου Νότου και των αγροτών που είναι οι κύριοι προμηθευτές των PGRFA και οι οποίοι θεωρούν ότι το DSI είναι γενετικοί πόροι που πρέπει να υπόκεινται στις υποχρεώσεις της Συνθήκης, και, αφετέρου, των πλούσιων χωρών του Παγκόσμιου Βορρά, οι οποίες θεωρούν ότι τα DSI είναι προϊόντα έρευνας που δεν υπόκεινται σε αυτές τις υποχρεώσεις.

Μια γενετική αλληλουχία από μόνη της δεν μπορεί να κατοχυρωθεί με πατέντα, εκτός εάν είναι αποτέλεσμα μιας εφεύρεσης που μπορεί να κατοχυρωθεί με πατέντα, όπως οι νέες βιοτεχνολογίες, και χωρίς να υποδεικνύεται η λειτουργία της, η οποία είναι ο φαινοτυπικός χαρακτήρας που προκύπτει από την έκφρασή της. Έτσι, με την αποϋλοποίηση (στμ: την έλλειψη διαδικασίας ταυτοποίησης δηλαδή) των PGRFA, η διαδικασία της κατανομής οφελών γίνεται το κύριο εργαλείο για τον προσδιορισμό αυτών των λειτουργιών. Το άνοιγμα της πρόσβασης σε πόρους PGRFA εξαλείφει κάθε πιθανότητα διμερούς συμφωνίας μεταξύ των αγροτών που προμήθευσαν τους σπόρους τους και του δικαιούχου και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Συνθήκη έχει δημιουργήσει ένα πολυμερές Ταμείο Καταμερισμού Οφελών, το οποίο χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από μια χούφτα κρατών, με ποσά πολύ χαμηλότερα από αυτά που θα έπρεπε να καταβάλει η βιομηχανία, η οποία αρνείται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Αυτό το ταμείο δεν αμείβει τους αγρότες που προμήθευσαν τα PGRFA τους στην MLS, αλλά τις εθνικές τράπεζες σπόρων των αναπτυσσόμενων χωρών, οι οποίες χρηματοδοτούν τους ερευνητές και τις ΜΚΟ που συλλέγουν νέα PGRFA, τα οποία επιλέγονται από τους αγρότες – καθώς και τις γνώσεις τους που σχετίζονται με αυτά τα PGRFA. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση από το Ταμείο Καταμερισμού Οφελών υποχρεώνει αυτές τις εθνικές τράπεζες σπόρων, τους ερευνητές και τις ΜΚΟ να καταθέτουν τα PGRFA σε συλλογές MLS και να δημοσιεύουν τη σχετική γνώση, η οποία είναι σχετική με τις λειτουργίες των γενετικών αλληλουχιών που περιέχουν.

Το DivSeek και άλλα παρόμοια προγράμματα προσφέρουν πλέον δωρεάν πρόσβαση σε αρκετά δισεκατομμύρια γενετικές, επιγενετικές και πρωτεϊνικές αλληλουχίες πόρων PGRFA. Οι επιστημονικές δημοσιεύσεις, οι δημοσιεύσεις των ΜΚΟ και αυτές του συστήματος πληροφοριών της Συνθήκης επιτρέπουν τη δημιουργία βάσεων δεδομένων με τα χαρακτηριστικά του κάθε PGRFA. Οι ισχυρές μηχανές αναζήτησης υπολογιστών μερικών μεγάλων εταιρειών του κλάδου είναι πλέον ικανές να επεξεργάζονται εκατομμύρια δεδομένα για να προσδιορίσουν ποια γενετική αλληλουχία σε ένα δείγμα PGRFA “κωδικοποιεί” για ποια λειτουργία. Έτσι, το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να βάλουν τους γενετιστές τους να γράψουν μια ιστορία για το πώς μπορούν να εισάγουν αυτές τις γενετικές πληροφορίες σε εργαστηριακές ποικιλίες μέσω μιας νέας κατοχυρώσιμης βιοτεχνολογίας και στη συνέχεια να παροτρύνουν τους δικηγόρους τους ώστε να μεταφράσουν αυτήν την ιστορία των γενετιστών στη νομική γλώσσα μιας αίτησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φυτά που περιέχουν αυτές τις γενετικές πληροφορίες. Στη συνέχεια, μπορούν να ανακοινώσουν νέες υποσχέσεις για την επίλυση όλων των πραγματικών γεωργικών και διατροφικών προβλημάτων, ενώ ταυτόχρονα απαγορεύουν στους ανταγωνιστές τους να χρησιμοποιούν τη βιοτεχνολογία και τις γενετικές πληροφορίες που κατοχυρώνονται με την πατέντα ή να απαιτούν να τους πληρώσουν σημαντικά ποσά αδειοδότησης.

Μόνο μετά από αυτό το πρώτο βήμα επιχειρούν να εισαγάγουν στην πραγματικότητα τις γενετικές πληροφορίες στις εμπορικές ποικιλίες τους. Αλλά αυτό το δεύτερο στάδιο σπάνια πετυχαίνει, επειδή ο πραγματικός ζωντανός κόσμος δεν λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της άυλης “τεχνητής νοημοσύνης”. Δεν υπακούει στους υπολογισμούς πιθανοτήτων της υπολογιστικής μοντελοποίησης, οι οποίοι κατασκευάσανε τις πατενταρισμένες γενετικές πληροφορίες και στη συνέχεια σχεδιάσανε την τεχνική διαδικασία για την εισαγωγή τους σε πραγματικά φυτά. Μόνο μια χούφτα τυχαίων επιτυχιών κατέστη δυνατή στην ανάπτυξη νέων σπόρων από αυτές τις νέες βιοτεχνολογίες, οι οποίοι να κυκλοφόρησαν στην αγορά. Αυτή η δυσκολία στη μετάβαση από τον εικονικό κόσμο της “τεχνητής νοημοσύνης” στον πραγματικό ζωντανό κόσμο είναι η αιτία του χάσματος μεταξύ των χιλιάδων πατεντών και δημοσιεύσεων για νέους ΓΤΟ και των λίγων φυτών που βρίσκονται ήδη στην αγορά. Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει αυτές τις πατέντες να τροφοδοτήσουν την εκθετική επιτάχυνση της συγκέντρωσης της βιομηχανίας σπόρων στα χέρια των τεσσάρων ή πέντε μεγάλων εταιρειών σπόρων στον κόσμο, οι οποίες κατέχουν τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια. Οι περισσότερες από αυτές τις μεγάλες εταιρείες σπόρων είναι επίσης χημικές, και φαρμακευτικές, οι οποίες επενδύουν επίσης σε νέα φυτοφάρμακα “βιολογικού ελέγχου”, φάρμακα, κτηνιατρικά προϊόντα, μικροοργανισμούς και ρομποτικά ζώα… που προέρχονται από τις ίδιες νέες βιοτεχνολογίες.

Υπάρχουν λύσεις;

Ελλείψει χρηματοδότησης για το Ταμείο Κατανομής Οφελών, η Συνθήκη συγκρότησε μια ομάδα εργασίας το 2013 για τη βελτίωση της λειτουργίας του. Μετά από συστηματικά εμπόδια από τον κλάδο και τις λίγες πλούσιες χώρες που τον υποστηρίζουν, το ανέστειλε το 2019, εν αναμονή μιας πιθανής λύσης που θα προτεινόταν από την CBD.

Μέχρι σήμερα, η CBD δεν έχει ακόμη καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με τον ορισμό των DSI. Αντ’ αυτού, έχει προσθέσει τη νέα, επίσης αόριστη έννοια των “δεδομένων γενετικής αλληλουχίας” (Genetic Sequence Data – GSD). Ωστόσο, έθεσε το ενδεχόμενο αντικατάστασης της διμερούς κατανομής των οφελών με ένα πολυμερές ταμείο που θα χρηματοδοτείται με εισφορές από οποιαδήποτε εμπορευματοποίηση προϊόντων που προέρχονται από τη χρήση DSI βιολογικών πόρων. Ωστόσο, δεν έχει εξηγήσει το πώς θα προσδιοριστεί μια τέτοια χρήση. Η βιομηχανία θα εξακολουθεί να είναι σε θέση να παρακάμπτει τις υποχρεώσεις πληρωμής, διεκδικώντας πατέντες, όχι στις γενετικές πληροφορίες των βιολογικών πόρων (DSI/GSD), αλλά στα ίδια τα βιολογικά υλικά που λαμβάνονται με χημική ή γενετική σύνθεση, όπως συμβαίνει εδώ και καιρό με τα αντίστοιχα χημικά συντιθέμενα αντίγραφα φυσικών ουσιών, τα οποία αποτελούν πολλά πατενταρισμένα φάρμακα.

Στις αρχές του 2023, η ITPGRFA επανίδρυσε την ομάδα εργασίας της για τη λειτουργία του MLS. Η πρόταση της CBD ευνοεί την επιβολή ενός πάγιου φόρου σε όλες τις πωλήσεις σπόρων από εταιρείες που χρησιμοποιούν το MLS, χωρίς ωστόσο να αποκλείει την προαιρετική προσφυγή στο τρέχον εντελώς αναποτελεσματικό σύστημα πληρωμής ανα περίπτωση, για την εμπορία προϊόντων που προκύπτουν μόνο από τη χρήση του MLS. Αυτός ο μηχανισμός θα απαλλάξει τις μεγάλες εταιρείες που χρησιμοποιούν μόνο τις δικές τους συλλογές ή/και άλλες δημόσιες συλλογές που εξακολουθούν να είναι ανοιχτές, όπως αυτές στις ΗΠΑ. Επιπλέον, σε αντίθεση με την CBD, η οποία περιορίζεται μόνο στην υποχρέωση κατανομής οφελών, η ITPGRFA απαγορεύει επίσης οποιαδήποτε κατοχύρωση με πατέντα των γενετικών πόρων του MLS. Εάν ποτέ οριστικοποιηθεί, η λύση της CBD, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη αυτήν την απαγόρευση, δεν θα επαρκεί από μόνη της για να συμμορφωθεί με τη Συνθήκη (ITPGRFA).

Δεν θα ήταν πιο απλό να παραδεχτούμε ότι οι τεράστιες επενδύσεις σε νέες βιοτεχνολογίες στοχεύουν αποκλειστικά στα κέρδη που θα αποκομιστούν από τις πατέντες και δεν προσφέρουν καμία λύση στις πραγματικές προκλήσεις που αφορούν τα τρόφιμα, την κοινωνία, το κλίμα, την υγεία και το περιβάλλον… τις οποίες, αντίθετα, είναι πιθανό να επιδεινώσουν; Δεν θα ήταν λύση να απαγορευτούν όλες οι πατέντες στους ζωντανούς οργανισμούς;

Μετάφραση / Απόδοση: Wintermute

  1. Το υλικό έχει αντληθεί από δουλειά των κόκκινων μαντηλιών στο σχετικό ζήτημα. ↩︎
  2. Στμ: Ο αριθμός στο κείμενο που μεταφράζουμε είναι από τον Δεκέμβριο του 2024. Τώρα, Φεβρουάριος 2026, στο site του πρότζεκτ αναφέρεται ότι ο αριθμός αυτός έχει φτάσει στους 5.206 οργανισμούς. ↩︎