Όπως έχει διαμορφωθεί η μέση δυτική αντίληψη αυτή τη στιγμή, η όποια αναφορά σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης παραπέμπει σχεδόν αυτόματα σε διαλογικά εργαλεία τύπου ChatGPT. Τα συγκεκριμένα εργαλεία κατηγοριοποιούνται κάτω από τον γενικό όρο «μεγάλα γλωσσικά μοντέλα». Παρά την απόλυτη κυριαρχία τους στην παρούσα ιστορική στιγμή, πρόκειται για μια ειδική κατηγορία μοντέλων μηχανικής μάθησης, των οποίων οι βασικές αρχές είναι γνωστές από τη δεκαετία του 50, αλλά, για διάφορους λόγους, είχαν περιπέσει σε αφάνεια μέχρι πριν 15 χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, αποτελούνται από νευρωνικά δίκτυα, τα οποία με τη σειρά τους, παρά το βαρύγδουπο όνομά τους, εντάσσονται σε ένα ευρύ φάσμα στατιστικών τεχνικών προσέγγισης μίας συνάρτησης1. Με άλλα λόγια, από τεχνική, μαθηματική και αυστηρά επιστημονική άποψη, πίσω από τις φανταχτερές ορολογίες, δεν κρύβεται τίποτα το μυστηριώδες ή μαγικό ή έστω ριζοσπαστικό. Η όποια «αλλαγή παραδείγματος» κομίζουν τα εν λόγω μοντέλα αφορά περισσότερο στο ιδεολογικό τους φορτίο και λιγότερο στο επιστημονικό τους περιεχόμενο: αποτελούν την απόλυτη ενσάρκωση και το πιο αρχετυπικό παράδειγμα της αντίληψης εκείνης που βλέπει στη στατιστική και στις συσχετίσεις της τον κατεξοχήν επιστημονικό τρόπο του σκέπτεσθαι2.
Δύο είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους κατάφεραν να εισέλθουν με τέτοια ορμή στη δημόσια «συζήτηση» (ή μάλλον προπαγάνδα). Πρώτον, έχουν τη δυνατότητα να εκπαιδεύονται πάνω σε γλωσσικά δεδομένα, με αποτέλεσμα να μην παράγουν στην έξοδό τους πίνακες από ακατανόητα νούμερα, αλλά κείμενα με φαινομενική δομή και ροή τα οποία μπορεί να διαβάσει ακόμα και ο πιο αμύητος. Δεύτερον, καθώς τα γλωσσικά δεδομένα υπεραφθονούν στο διαδίκτυο, αυτό δίνει τη δυνατότητα στους μηχανικούς αυτών των συστημάτων να τα συγκεντρώνουν (νόμιμα ή και όχι τόσο) σε τεράστιους όγκους με τους οποίους και ταΐζουν τα μοντέλα ώστε οι συσχετίσεις που αυτά θα μάθουν να είναι κατά κανόνα αληθοφανείς. Καθώς, μέχρι στιγμής, δεν διαθέτουν κάποια (κοινή ή άλλη) λογική, ο μόνος τρόπος να προσδώσουν κάποια συνοχή στα κείμενα που παράγουν είναι μέσω της στατιστικής εκμάθησης όσο το δυνατόν περισσότερων πιθανών συνδυασμών λέξεων, κάτι που είναι αδύνατο χωρίς τεράστιους όγκους δεδομένων εκπαίδευσης. Ένα «ελαφρύ» μειονέκτημα, βέβαια, αυτών των μοντέλων είναι ότι αποδεικνύονται συστηματικά οινόφλυγες· η έντονη ροπή τους να παράγουν ασυναρτησίες και «ψευδαισθήσεις» τα καθιστά απολύτως ακατάλληλα να εφαρμοστούν σε πεδία με υψηλές απαιτήσεις ασφάλειας και ευρωστίας, όπως στη βαριά βιομηχανική παραγωγή.
Το γεγονός ότι το δυτικό στρατόπεδο επιδεικνύει τέτοια εμμονική επιμονή σε συστήματα με «κόκκινα ρουθούνια» και ανέξοδη λογοδιάρροια υποδηλώνει ήδη από μόνο του αρκετά για το βάθος της παρακμής του. Με μια δόση κακεντρέχειας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι δυτικοί φτιάχνουν συστήματα που τους μοιάζουν για να βλέπουν τον εαυτό του στον καθρέφτη. Αυτό τους έχουν μάθει άλλωστε τα κοινωνικά δίκτυα και οι κάμερες των κινητών τους: να ενδιατρίβουν στην κατανάλωση της αυτο-εικόνας τους. Πού να το φανταζόταν κανείς ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, με τα «κόκκινα ρουθούνια» και τις «διεσταλμένες κόρες» τους, θα κατάφερναν τέτοια πλήγματα ενάντια στη «νηφαλιοκρατία»! Με λιγότερη εμπάθεια, η κυριαρχία των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων στα δυτικά μυαλά υποσημαίνει απλώς τον βαθμό στον οποίο η δύση μένει πίσω στον τομέα της απτής βιομηχανικής παραγωγής υλικών προϊόντων. Δεν έχει να προσφέρει πλέον κάτι εκεί κι έτσι δρομολογεί μηχανισμούς υπεραναπλήρωσης, ελπίζοντας ότι με τα λόγια (τεχνητά ή μη) θα έρθει μια κάποια «ανάκαμψη».
Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα ήρθαν για να μείνουν, λοιπόν, κάνοντας τη ζωή πολλών πιο «εύκολη». Κάθε υπάλληλος γραφείου μπορεί πλέον να παριστάνει πιο εύκολα ότι δουλεύει ως γρανάζι μιας γραφειοκρατίας που η ίδια παριστάνει ότι παράγει «σοβαρό κοινωνικό έργο». Κάθε μαθητής ή φοιτητής μπορεί να παριστάνει ότι μαθαίνει όσα οι δάσκαλοι και οι καθηγητές του παριστάνουν ότι του διδάσκουν. Κάθε δημοσιογράφος μπορεί να παριστάνει ότι γνωρίζει αυτά για τα οποία γράφει, απευθυνόμενος σε αναγνώστες που και αυτοί θα παριστάνουν τους κατόχους κάποιας μυστικής γνώσης επειδή διάβασαν κάπου δυο αράδες γραμμένες με την ίδια ευκολία είτε πρόκειται για κάποια ποδοσφαιρική μεταγραφή είτε για τις εξελίξεις στην τεχνολογία πυρηνικής σύντηξης. Και σύντομα κάθε ποετάστρος της κακιάς ώρας θα μπορεί να παριστάνει τον πρωτοπόρο των cut-up τεχνικών επειδή έδωσε μερικά prompt στο ChatGPT για να παραγάγει ασυναρτησίες και οι φιλότεχνοι θαυμαστές του θα μπορούν να παριστάνουν τους βαθιά συγκινημένους από «ποιήματα που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά και δεν χρειάζονται διανοητική προσπάθεια». Εν αγνοία τους, οι τεχνικοί των διαλογικών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης προσέφεραν μια πολύτιμη υπηρεσία στις δυτικές κοινωνίες. Τους αφαίρεσαν όλα τα ψιμύθια, αποκαλύπτοντάς τες ως αυτό που είναι: μια ερασιτεχνική παράσταση με βαριεστημένους ηθοποιούς και με θεατές που προσήλθαν καταναγκαστικά λόγω φιλίας ή συγγένειας με κάποιον εκ των συντελεστών και προς τους οποίους πρέπει στο τέλος να εκφράσουν φυσικά τον θαυμασμό τους. Όλοι κατά βάθος γνωρίζουν όμως…

Η επιτυχία των γλωσσικών μοντέλων ήταν τόσο σαρωτική ώστε η τεχνολογία πάνω στην οποία βασίζονται γρήγορα επεκτάθηκε και εφαρμόστηκε σε πεδία πέραν της γλώσσας. Κάθε μήνα ανακοινώνεται κάποιο νέο μοντέλο, τη μία για παραγωγή εικόνων (ακόμα και κινούμενων, δηλαδή βίντεο), την άλλη για παραγωγή μουσικής, την επομένη για παραγωγή μαθηματικών συλλογισμών. Το κοινό στοιχείο είναι ότι όλα βασίζονται σε κτηνώδη νευρωνικά δίκτυα με δισεκατομμύρια παραμέτρους και ότι εκπαιδεύονται σε τεράστιους όγκους δεδομένων, αναλόγως της εφαρμογής κάθε φορά (εικόνες, μουσικά κομμάτια, μαθηματικές αποδείξεις, κ.ο.κ). Όλα αυτά τα συστήματα εμπίπτουν πλέον στην κατηγορία των λεγόμενων θεμελιωδών μοντέλων (foundation models). Αν, λοιπόν, η γλώσσα μαζί με κάθε αίσθηση, από την όραση μέχρι την ακοή, έχουν μηχανοποιηθεί και αποικιοποιηθεί, υπάρχει άραγε κάποιο επόμενο βήμα, κάποια επόμενη terra incognita έτοιμη προς εκμετάλλευση; Για τους σχεδιαστές των θεμελιωδών μοντέλων, τα προβλήματά τους, πέρα από τα μέχρι τώρα γνωστά (ότι τείνουν να παράγουν αληθοφανείς ασυναρτησίες και ότι ακόμα και όταν παράγουν ορθές απαντήσεις είναι αδύνατο να εξηγηθεί πώς κατέληξαν σε αυτές), είναι τουλάχιστον δύο. Πρώτον, αρκετοί από αυτούς (τουλάχιστον όσοι δεν έχουν εκφυλιστεί σε ανενδοίαστους πλασιέ) επιμένουν να υποστηρίζουν ότι αυτό που πράττουν τέτοια μοντέλα δεν έχει καμμία σχέση με τον τρόπο που συλλογίζονται και καταλήγουν σε συμπεράσματα οι άνθρωποι. Πρόκειται απλώς για στατιστικές συσχετίσεις. Δεύτερον, κάθε μοντέλο περιορίζεται μόνο σε ένα συγκεκριμένο είδος δεδομένων κάθε φορά, είτε αυτά είναι εικόνες, είτε κείμενα είτε ήχοι.
Η λύση σε αυτά τα προβλήματα; Τα λεγόμενα world models, όρος που στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως «μοντέλα κόσμων»3. Φιλοδοξία των σχεδιαστών τους είναι να κατασκευάσουν μοντέλα με τη δυνατότητα να μεταβολίζουν ταυτόχρονα κάθε είδος δεδομένων ώστε τελικά να αναπαριστούν στο «εσωτερικό» τους μια πλήρη εικόνα του «εξωτερικού» κόσμου στο σύνολό του. Εφόσον δεν θα βασίζονται σε μία μόνο αίσθηση ή πλευρά της νόησης, θα μπορούν να κάνουν και πολύ καλύτερες προβλέψεις. Σε δεύτερο χρόνο τώρα, θα έχουν επιπλέον τη δυνατότητα να «συλλογίζονται» πιο «ανθρώπινα», από τη στιγμή που οι προβλέψεις τους θα λαμβάνουν υπόψιν τους τα εκάστοτε «συμφραζόμενα»4. Η φράση «Τρέχεις πολύ γρήγορα», πώς άραγε μπορεί να συμπληρωθεί από ένα γλωσσικό μοντέλο; Με το «πάτα το κι άλλο» ή με το «κόψε ταχύτητα»; Ένα μοντέλο κόσμων θα μπορεί να «καταλάβει» ποια είναι η πιο πειστική συνέχεια, αναλόγως και των εικόνων που θα έχει μπροστά στα «μάτια» του εκείνη τη στιγμή. Η πρώτη επιλογή είναι πιο πιθανή αν η σκηνή προέρχεται από αγώνα ταχύτητας σε σχέση με το αν είναι από ένα δρομάκι της Κυψέλης.
Τα μοντέλα κόσμων βρίσκονται ακόμα σε πολύ πρώιμο, σχεδόν νηπιακό στάδιο και υπάρχουν σοβαροί φιλοσοφικοί λόγοι για να είναι κανείς επιφυλακτικός απέναντι σε υπερφίαλες εκτιμήσεις ότι αυτά επιτέλους θα μας επιτρέψουν να κατασκευάσουμε πραγματικά σκεπτόμενες μηχανές. Ακόμα και η βασική υπόθεση στην οποία στηρίζονται, αυτή του διαχωρισμού ανάμεσα σε έναν «εξωτερικό» κόσμο και σε μια αναπαράστασή του εντός του σκεπτόμενου υποκειμένου, έχει δεχθεί σοβαρή κριτική, τόσο από φιλοσοφική πλευρά (ήδη από τον Χούσσερλ έναν αιώνα πριν) όσο και από ειδικούς των λεγόμενων γνωσιακών επιστημών. Ειδικά αυτοί οι τελευταίοι ασχολούνται εδώ και δεκαετίες με μοντέλα προσομοίωσης της ανθρώπινης σκέψης χωρίς ακόμα να έχουν καταλήξει σε μια λύση που να εξηγεί έστω (πολύ λιγότερο να προσομοιώνει και να αναπαράγει) τις νοητικές λειτουργίες στο σύνολό τους ή ακόμα και εν μέρει. Η όποια αποτυχία (την οποία προβλέπουμε εδώ) των συγκεκριμένων μοντέλων στο φιλοσοφικό επίπεδο δεν συνεπάγεται βέβαια μια ανάλογη αποτυχία τους στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Τα προϊόντα που δίνει στην έξοδό της μια ταιηλορική γραμμή παραγωγής εξακολουθούν να υπολείπονται αυτών που παράγει ένα επιδέξιο ανθρώπινο χέρι. Από αυτή την άποψη, η γραμμή παραγωγής μπορεί να θεωρηθεί «αποτυχημένη». Από οικονομική και κοινωνική άποψη όμως, η επιτυχία της ήταν απόλυτη. Τι θα μπορούσε να σημαίνει μια αντίστοιχη «επιτυχία» των μοντέλων κόσμων άραγε;
Πριν προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε κάποιες απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, θα χρειαστεί να πάμε για λίγο πίσω στον χρόνο, «τότε που όλα ξεκίνησαν». Στη συνέχεια παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από ένα βιβλίο – ύμνο στη βιομηχανική παραγωγή.
«Ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα που μας προσφέρουν οι μηχανές είναι ότι μας επιτρέπουν να εντοπίζουμε περιπτώσεις αμέλειας, απραξίας και κουτοπονηριάς εκ μέρους των ανθρώπων. Από τα πιο κουραστικά επαγγέλματα είναι εκείνα που απαιτούν να μετράμε μία σειρά από πανομοιότυπες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Για παράδειγμα, ο αριθμός των βημάτων που κάνουμε καθώς περπατάμε αποτελούν ένα σχετικά επαρκές μέτρο της απόστασης που έχουμε διανύσει. Η αξία μιας τέτοιας πρακτικής βελτιώνεται σημαντικά αν διαθέτεις ένα όργανο, το ποδόμετρο, που μετράει για λογαριασμό σου τα βήματα που κάνεις. Ένα παρόμοιο είδος μηχανισμού εφαρμόζεται μερικές φορές σε άμαξες για να μετράει τον αριθμό των περιστροφών των τροχών της κι έτσι να δίνει ένα μέτρο της απόστασης που έχει καλυφθεί. Ένα παρόμοιο όργανο, κάπως διαφορετικό στην κατασκευή του, έχει χρησιμοποιηθεί για να μετράει τους χρόνους μιας ατμομηχανής ή τον αριθμό των νομισμάτων που παράγει μία πρέσα.
…
Αφού περατώσαμε την επισκόπηση των μηχανικών αρχών πάνω στις οποίες βασίζεται η επιτυχής εφαρμογή της μηχανικής επιστήμης σε μεγάλες εγκαταστάσεις παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων, μπορούμε να προσφέρουμε μερικές παρατηρήσεις και να προτείνουμε μερικές κατευθυντήριες γραμμές έρευνας σε όσους διακατέχονται από μία πεφωτισμένη περιέργεια και θέλουν να εξετάσουν λεπτομερώς τα εργοστάσια της μίας ή της άλλης χώρας.
…
Είναι σημαντικό όλες οι πληροφορίες που συλλέγονται να αποτυπώνονται γραπτώς αμέσως μετά την απόκτησή τους, ιδιαιτέρως δε εκείνες που αφορούν σε αριθμούς και μετρήσεις.
…
Οι διάφορες διαδικασίες πρέπει τώρα να περιγραφούν διαδοχικά…· ύστερα πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες πληροφορίες:
Τα διάφορα είδη του προϊόντος παράγονται στον ίδιο χώρο ή σε διαφορετικούς; Υπάρχουν διαφορές στις διαδικασίες;
Σε τι αστοχίες είναι επιρρεπή τα προϊόντα;
…
Τι φύρα επιτρέπεται;
Τι έλεγχοι γίνονται για την ποιότητα των προϊόντων;
…
Ποιος παρέχει τα εργαλεία; Ο κύριος (master) ή οι εργάτες (men); Ποιος τα επισκευάζει;
Οι χειριστές είναι άντρες, γυναίκες ή παιδιά; Αν είναι μείγμα, σε τι αναλογίες;
Πόσες ώρες εργάζονται ημερησίως;
Είναι απαραίτητο να εργάζονται και τη νύχτα, χωρίς διακοπή;
Η εργασία είναι με το κομμάτι ή με ημερομίσθιο;
Τι επίπεδο δεξιοτήτων απαιτείται και πόσα έτη μαθητείας για να αποκτηθεί;
Ο αριθμός των φορών που μία κίνηση επαναλαμβάνεται ανά ημέρα ή ώρα.
Ο αριθμός των αστοχιών ανά χιλιάδα.
…»
Δικαιολογημένα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αποσπάσματα σαν τα παραπάνω προέρχονται από κάποιο πόνημα του Ταίηλορ, γιατί όχι ακόμα και από το διαβόητο έργο του The Principles of Scientific Management5. Η εμμονή με την καταγραφή κάθε πλευράς της διαδικασίας παραγωγής ώστε να εντοπιστούν πιθανές πηγές «σπατάλης» και να απαλειφθούν δια του εξορθολογισμού τους αποτελεί σήμα κατατεθέν της όλης αντίληψης του Ταίηλορ. Η ίδια αντίληψη διατρέχει και αυτά τα αποσπάσματα, με μία ίσως μικρή διαφορά τονισμού. Ενώ ο Ταίηλορ εστίαζε ιδιαιτέρως στο κοινώς λεγόμενο «χασομέρι» εκ μέρους των εργατών και σε τρόπους να καταπολεμηθεί, εδώ φαίνεται μια κάπως μεγαλύτερη έμφαση στη μηχανική πλευρά του εργοστασίου. Εν πάση περιπτώσει, η λεπτομερής καταγραφή όλων των σταδίων μιας παραγωγικής διαδικασίας (μηχανών και ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων) και ο εξορθολογισμός τους με σκοπό τη «βελτιστοποίησή» τους συνιστά έναν κοινό παρανομαστή.
Από ιστορική άποψη, το ερεθιστικό με αυτά τα αποσπάσματα είναι ότι δεν προέρχονται από τις αρχές του 20ου αιώνα (ο Ταίηλορ δημοσίευσε το έργο του το 1909), αλλά από το πρώτο μισό του 19ου. Το έργο συνεχίζει παρακάτω αναφέροντας πώς μια τέτοια καταγραφή μπορεί να αποτελέσει τη βάση για έναν καταμερισμό της εργοστασιακής εργασίας και μια αποσύνθεσή της στα «έσχατα» συστατικά της.
«Ο εργοδότης (master manufacturer), με το να διαιρεί την εργασία που πρέπει να εκτελεστεί σε διαφορετικές επιμέρους διαδικασίες, με την καθεμία να έχει τις δικές της απαιτήσεις επιδεξιότητας και δύναμης, είναι σε θέση να αγοράζει ακριβώς όση ποσότητα από αυτές του είναι αναγκαία. Αντιθέτως, αν όλη η εργασία έπρεπε να εκτελεστεί από έναν μόνο εργάτη, αυτό το άτομο θα έπρεπε να διαθέτει τόσο την υψηλότερη επιδεξιότητα ώστε να ολοκληρώσει το πιο λεπτεπίλεπτο μέρος της δουλειάς όσο και τη μεγαλύτερη δύναμη ώστε να ανταποκριθεί και στο πιο κοπιαστικό κομμάτι της»
Ο συγγραφέας επιμένει, αναφερόμενος στο γνωστό (από τον Άνταμ Σμιθ) παράδειγμα με τις πινέζες, αναλύοντας όλα τα διαφορετικά στάδια της παραγωγής τους (από τον εφελκυσμό των καλωδίων, μέχρι το ίσιωμά τους, το ακόνισμα της ακίδας τους, κ.ο.κ.), μαζί με το κόστος του καθενός από αυτά, συγκεντρώνοντας τα μάλιστα σε έναν πίνακα.
Μετά από όλη αυτή την εξαντλητικά λεπτομερή περιγραφή, καταλήγει στο αναμφίλεκτο συμπέρασμά του (τονισμένο στο πρωτότυπο):
«Επομένως, το κόστος παραγωγής των πινέζων θα ήταν τρεις φορές μεγαλύτερο σε σχέση με το κόστος τους αν εφαρμοζόταν ο καταμερισμός εργασίας.»
Το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες αναλύσεις διατυπώνονταν στη Βρετανία του 1832 δεν θα έπρεπε να προκαλεί κάποια έκπληξη. Το πιο προηγμένο βιομηχανικό κράτος της εποχής του «όφειλε» να έχει παραγάγει προπομπούς του Ταίηλορ στη μία ή στην άλλη τους μορφή. Το όνομα του συγγραφέα, ωστόσο, αφήνει να διαφανεί ένα νήμα μεταξύ της Βρετανίας της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης και της Silicon Valley του 2025. Το έργο φέρει τον τίτλο Περί της Οικονομίας των Μηχανών και των Μανιφακτούρων (On the Economy of Machinery and Manufactures) και συγγραφέας του είναι ο Βρετανός Charles Babbage. Για τους περισσότερους, ακόμα και μεταξύ των σπουδαστών σε σχολές πληροφορικής, το όνομα Babbage παραμένει μάλλον άγνωστο. Κακώς. Εκτός από το ενδιαφέρον του για τα εργοστάσια και τις μανιφακτούρες (ή ίσως ακριβώς λόγω αυτού), ο Babbage αφιέρωσε μεγάλο κομμάτι της ζωής του στην κατασκευή υπολογιστικών μηχανών. Κάθε φορά ανεπιτυχώς, σε μεγάλο βαθμό λόγω του ότι η τεχνολογία της εποχής δεν μπορούσε να κατασκευάσει μηχανολογικά εξαρτήματα με το βαθμό ακρίβειας που απαιτούσε ο Babbage. Το πρώτο του σχέδιο εκπονήθηκε τη δεκαετία του 1820 και αφορούσε στην κατασκευή της λεγόμενης μηχανής διαφορών (difference engine) η οποία (θα) είχε τη δυνατότητα να υπολογίζει τις τιμές ενός μεγάλου εύρους συναρτήσεων σε διάφορα σημεία του πεδίου ορισμού τους. Με άλλα λόγια, επιτελούσε μία λειτουργία παρόμοια με αυτή που κάνει ένα κομπιουτεράκι τσέπης. Για τα δεδομένα της εποχή της, μια τέτοια μηχανή θα ήταν ήδη εντυπωσιακή. Όμως ο Babbage δεν πτοήθηκε από την πρώτη του αποτυχία. Τη δεκαετία του 1830 προχώρησε σε ένα ακόμα πιο φιλόδοξο σχέδιο για την κατασκευή μίας μηχανής με τη δυνατότητα να προγραμματίζεται με τρόπο σχεδόν πανομοιότυπο με αυτόν που θα προγραμματίζονταν αργότερα οι ηλεκτρονικές προγραμματιζόμενες συσκευές της δεκαετίας του 1940. Με σημερινούς όρους, θα λέγαμε ότι η λεγόμενη αναλυτική μηχανή (analytical engine) του Babbage (θα) ήταν ισοδύναμη με μια μηχανή Turing.

Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι τα σχέδια και η αρχιτεκτονική των υπολογιστικών μηχανών του Babbage επηρεάστηκαν από τη λογική των μανιφακτούρων της εποχής του σε βαθμό που κατά κανόνα περνάει ασχολίαστος. Το ενδιαφέρον του για τις αρχές οργάνωσης της βιομηχανικής παραγωγής είναι ούτως ή άλλως καλά τεκμηριωμένο από μόνο το γεγονός ότι αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο σε αυτό το θέμα. Ακόμα και σε επίπεδο ορολογίας, ωστόσο, η επιρροή υπήρξε έντονη. Όταν ο Babbage σχεδίαζε την αναλυτική του μηχανή, προέβη σε μια αρχιτεκτονική καινοτομία. Διαχώρισε το κομμάτι της μηχανής που θα ήταν υπεύθυνο για τους υπολογισμούς (προσθέσεις, πολλαπλασιασμοί, κ.τ.λ.) από το κομμάτι που θα ήταν υπεύθυνο για την αποθήκευση των αρχικών αριθμών και των αποτελεσμάτων. Το υπολογιστικό τμήμα το ονόμασε «μύλο» (mill) ενώ το αποθηκευτικό απλά «αποθήκη» (storage)6. Γιατί διάλεξε αυτούς τους όρους; Τους δανείστηκε απευθείας από ένα διαδεδομένο μοντέλο εργασίας της εποχής του και μάλιστα από το πιο προχωρημένο από την άποψη της βιομηχανικής ανάπτυξης. Από την κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία, όπου σωροί νημάτων τοποθετούνταν αρχικά σε μια αποθήκη για να περάσουν κατόπιν από ένα στάδιο επεξεργασίας και να επιστραφούν στην αποθήκη ως τελειωμένα προϊόντα. Οι οικονομίες κλίμακας (για τα δεδομένα της εποχής) υπήρξαν το πρότυπό του για να σχεδιάσει και να ονοματίσει τα μέρη της δικής του μηχανής. Η επιλογή της συγκεκριμένης ορολογίας θα μπορούσε να θεωρηθεί μια απλή σύμπτωση. Όπως προβλεπόταν από τα σχέδιά της, όμως, η λειτουργία της αναλυτικής μηχανής θα βασιζόταν σε διάτρητες κάρτες για τον προγραμματισμό της. Ούτε οι διάτρητες κάρτες ήταν επινόηση του Babbage. Και σε αυτή την περίπτωση, η καταγωγή τους εντοπίζεται πάλι στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας και στους περίφημους αργαλειούς Jacquard. Η καινοτομία των συγκεκριμένων μηχανημάτων ήταν ότι μπορούσαν αυτόματα να πλέξουν ένα ύφασμα με ένα συγκεκριμένο σχέδιο, βασιζόμενα σε μία διάτρητη κάρτα που κωδικοποιούσε το σχέδιο. Ένας αργαλειός αυτού του είδους διάβαζε το σχέδιο από την κάρτα και εκτελούσε τις ανάλογες κινήσεις ώστε αυτό να αποτυπωθεί στο ύφασμα. Ο Babbage παρέλαβε αυτή την ιδέα και την γενίκευσε για τους δικούς του σκοπούς.

Η σημαντικότερη ένδειξη (απόδειξη, για την ακρίβεια) είναι ότι ο Babbage, στο βιβλίο του για τις μηχανές, συμπεριέλαβε κι ένα κεφάλαιο ειδικά για τον καταμερισμό της διανοητικής εργασίας (Κεφ. 19), με τίτλο «Περί Καταμερισμού της Διανοητικής Εργασίας» (On the Division of Mental Labour). Τι είδους διανοητικές εργασίες του 1832 φιλοδοξούσε να αποσυνθέσει ο Babbage με τελικό σκοπό να τις αυτοματοποιήσει μέσω των μηχανών του; Επρόκειτο για τις εργασίες στις οποίες έχουμε ήδη αναφερθεί και που στόχευε η πρώτη του μηχανή, η μηχανή διαφορών: ο υπολογισμός των τιμών διαφόρων συναρτήσεων, κυρίως λογαριθμικών και τριγωνομετρικών από τις οποίες μπορούσαν να εξαχθούν και οι υπόλοιπες συναρτήσεις. Ένα από τα σημαντικότερα τεχνο-επιστημονικά προβλήματα της εποχής ήταν η ανεπαρκής ύπαρξη αξιόπιστων πινάκων με τιμές διαφόρων τέτοιων συναρτήσεων τους οποίους θα μπορούσαν να επιστρατεύσουν οι μηχανικοί στους υπολογισμούς τους για τη διεξαγωγή υπολογισμών ακριβείας. Όσο ασήμαντο κι αν φαίνεται σήμερα αυτό το ζήτημα, υπήρξε κομβικής σημασίας στις αρχές του 19ου αιώνα. Μόνο το γεγονός ότι η ναυσιπλοΐα βασιζόταν σε σχετικές μετρήσεις και υπολογισμούς υποδεικνύει τη σοβαρότητα του θέματος. Το γαλλικό κράτος ήταν το πρώτο που αναγνώρισε τη βαρύτητα του προβλήματος και ανέθεσε σε έναν μηχανικό του, τον Gaspard de Prony, το έργο της κατάστρωσης αξιόπιστων πινάκων ευρείας χρήσης. Για να καταφέρει να περατώσει το έργο του εντός ενός λογικού χρονικού διαστήματος, ο de Prony είχε μια επίνοια που θα άφηνε το σημάδι της βαθιά στην επιστημονική σκέψη. Αντί να αναθέσει τη σχετική εργασία αποκλειστικά σε ειδικούς με προχωρημένες μαθηματικές γνώσεις, κατάστρωσε ένα ιεραρχικό σύστημα τριών επιπέδων. Μόνο στο ανώτερο (και πιο ολιγάριθμο) ανήκαν οι μαθηματικοί υψηλής ειδίκευσης. Στο μεσαίο επίπεδο (σχετικά πιο πολυπληθές) ο de Prony τοποθέτησε άτομα μέσου επιπέδου μαθηματικής εξειδίκευσης με την ικανότητα να μετατρέπουν τις απαιτήσεις των μελών του ανωτέρου επιπέδου σε στοιχειώδη βήματα, σε απλές «εντολές». Τέλος, το κατώτερο επίπεδο το καταλάμβανε ένα ογκώδες στρώμα μαθηματικά ανειδίκευτων διανοητικών εργατών (σε μεγάλο βαθμό αποτελούμενο από κομμώτριες) που παραλάμβαναν τις εντολές από το μεσαίο επίπεδο και απλά τις εκτελούσαν για να παραγάγουν εν τέλει τους λογαριθμικούς και τριγωνομετρικούς πίνακες. Ο de Prony είχε εφαρμόσει ήδη τον καταμερισμό της εργασίας για λογαριασμό του γαλλικού κράτους σχεδόν έναν αιώνα πριν ο Φορντ επιχειρήσει το ίδιο στα εργοστάσιά του. Και το είχε πράξει στοχεύοντας την «πνευματική» εργασία. Το σύστημα de Prony αποτέλεσε άμεση πηγή έμπνευσης για τον Babbage. Η πρώτη του μηχανή, η μηχανή διαφορών, είχε σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αντικαταστήσει το κατώτερο στρώμα της ιεραρχίας του de Prony. Η αναλυτική μηχανή, αν ποτέ κατασκευαζόταν, θα είχε τη δυνατότητα να αντικαταστήσει ακόμα και το δεύτερο στρώμα της ιεραρχίας. Ο Babbage επιχείρησε, επομένως, να υλοποιήσει σε μηχανική μορφή ό,τι ο de Prony είχε καταφέρει να ενσαρκώσει με χρήση ανθρωπίνων «γραναζιών»: την αυτοματοποίηση της διανοητικής εργασίας μέσω της αποσύνθεσής της στα απλούστερα δυνατά βήματα. Ο Babbage δεν ολοκλήρωσε ποτέ αυτό το σχέδιο του. Έπρεπε να περάσει πάνω από ένας αιώνας πριν ο Turing επαναλάβει τα βήματα του Babbage.

Η πιο διαδεδομένη αντίληψη για την πρακτική του καταμερισμού της εργασίας τη θέλει να εφαρμόστηκε πρώτα στην χειρωνακτική, βιομηχανική παραγωγή πριν μεταφερθεί και στη διανοητική, μετά τη μαζική διάχυση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όπως αποδεικνύει η ιστορία του Babbage όμως, η διανοητική εργασία βρέθηκε από νωρίς στο στόχαστρο της αυτοματοποίησης. Η αυτοματοποίηση ήταν μάλιστα η πρακτική που βάθυνε το χάσμα μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Η εργασία ως εργασία, πριν την εισαγωγή της αυτοματοποίησης, δεν θα μπορούσε σχεδόν ποτέ να θεωρηθεί ωμά «χειρωνακτική», παρά μόνο ίσως σε ακραίες περιπτώσεις δουλείας. Ακόμα και βαριές εργασίες, όπως οι αγροτικές ή οικοδομικές, ανέκαθεν εμπεριείχαν το «πνευματικό» στοιχείο από την άποψη της αναγκαιότητας ύπαρξης ενός σχεδίου αλλά και επίλυσης πολλών τεχνικών προβλημάτων που ανακύπτουν την ώρα της δουλειάς. Τα κοινωνικά στρώματα που ήταν απαλλαγμένα από τις χειρωνακτικές εργασίες κατά κανόνα ήταν απαλλαγμένα από την εργασία εν γένει, εκτός κι αν κανείς είναι διατεθειμένος να διαστείλει τις έννοιες σε τέτοιο βαθμό ώστε να συμπεριλάβει στην εργασία ακόμα και το έργο των κληρικών. Ο καταμερισμός και η αυτοματοποίηση επέτρεψαν τελικά να αναδυθεί ένα είδος εργασίας που θα ήταν ωμά χειρωνακτικό και που εκτελείται ακολουθώντας τυφλά κάποιες εντολές. Ώστε, λοιπόν, η αυτοματοποίηση, ανεξαρτήτως του πού και πώς εφαρμόζεται, φέρει εντός της ένα ιστορικό και πολιτικό φορτίο: την απόπειρα ιεράρχησης της εργασίας (είτε «χειρωνακτικής» είτε «πνευματικής») κατά τρόπο ώστε μόνο οι διαχειριστές της να έχουν πλήρη εικόνα για το συνολικό της νόημα και τους σκοπούς της.
Όταν εμφανίστηκαν τελικά οι ηλεκτρονικές υπολογιστικές μηχανές μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο, αυτό δεν συνέβη εν κενώ. Ούτε, φυσικά, ο σκοπός τους ήταν να προσφέρουν διασκέδαση στους εφήβους των δυτικών χωρών. Υπήρχε ήδη μια μακρά παράδοση αυτοματοποίησης, μεταξύ άλλων και της διανοητικής εργασίας. Οι μηχανές του Babbage ίσως ήταν τεχνολογικά πρόωρες για την εποχή τους. Μέχρι αυτές να αναστηθούν ξανά ως μηχανές Turing, ωστόσο, είχε κυκλοφορήσει μια ολόκληρη σειρά συσκευών αυτοματοποίησης των εργασιών γραφείου. Από τις μηχανές του Hollerith (μετέπειτα ιδρυτή της IBM) το 1890 για στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων της απογραφής εκείνου του έτους μέχρι τις ταπεινές γραφομηχανές ή ακόμα και τις ταμειακές μηχανές (οι οποίες, μεταξύ άλλων, είχαν ως στόχο και την επιτήρηση των υπαλλήλων που εργάζονταν στο ταμείο). Οι ηλεκτρονικές υπολογιστικές μηχανές που βασίζονται στο μοντέλο του Turing ήρθαν να ενώσουν πάλι όλα αυτά τα διάσπαρτα νήματα και να δώσουν σάρκα στο όνειρο του Babbage.
Η εξέλιξή τους τα μεταπολεμικά χρόνια υπήρξε τόσο αλματώδης ώστε το πολιτικό τους φορτίο απωθείται συστηματικά. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι ο Turing τυγχάνει τέτοιας προβολής και αναγνώρισης, έστω και μετά θάνατον, τη στιγμή που ο Babbage μόλις και μετά βίας βρίσκει χώρο σε υποσημειώσεις φοιτητικών εγχειριδίων. Ο πρώτος εξάλλου ήταν το πρότυπο του αιθεροβάμονα επιστήμονα που αναμετράται με προβλήματα υψηλών μαθηματικών. Ο δεύτερος είχε την απρέπεια να κατέβει στα λασπόνερα της μανιφακτούρας κι έτσι να υπενθυμίζει, θέλοντας και μη, την καταγωγή των μηχανών του. Εν πάση περιπτώσει, οι υπολογιστικές μηχανές τελικά επεκτάθηκαν και βρήκαν εφαρμογή ακόμα και σε πεδία εκτός αυτού που θα ονομαζόταν αυστηρά εργασία. Κατά κύριο λόγο της διασκέδασης. Θα ήταν αφελές, παρ’ όλα αυτά, να θεωρήσει κανείς ότι αυτή η εξέλιξη αποδεικνύει πως οι υπολογιστικές μηχανές κατάφεραν να «απελευθερωθούν» και να υπερβούν τα δεσμά της καταγωγής τους. Από μία άποψη, ακριβώς το αντίθετο συνέβη. Κατάφεραν να δεσμεύσουν στη λογική της αυτοματοποίησης πολλαπλές πλευρές του κοινωνικού πράττειν, πέρα από τον στενό κύκλο της παραγωγής προϊόντων. Με πιο μαρξιανούς όρους, λειτούργησαν ως το όχημα εκείνο μέσα από το οποίο ακόμα και η διασκέδαση κατάφερε να υπαχθεί στο κεφάλαιο. Πόσοι άραγε μπορούν να ισχυριστούν σήμερα ότι μπορούν να διασκεδάσουν χωρίς κάποια μηχανική διαμεσολάβηση;
Ούτε τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα ξεφεύγουν βέβαια από τη λογική της αυτοματοποίησης και της διαμεσολάβησης. Αν μη τι άλλο, προχωρούν αυτή τη λογική μέχρι σχεδόν τα έσχατα όριά της. Αν η παραγωγή γλώσσας και συμβόλων υπήρξε το κατεξοχήν γνώρισμα της διανοητικής εργασίας, τα γλωσσικά μοντέλα επιβεβαιώνουν τους φόβους πολλών που μέχρι σήμερα θεωρούσαν ότι η «δική» τους εργασία ήταν τουλάχιστον εξασφαλισμένη. Ακόμα και η διανοητική εργασία – κυρίως και ειδικά εκείνο το επαναλαμβανόμενο και γραφειοκρατικό κομμάτι της – μπορεί να αυτοματοποιηθεί. Όσον αφορά στα μοντέλα κόσμων τώρα, είναι και πάλι το όνειρο του Babbage αυτό που παρακινεί και εξάπτει τους νευρώνες των δικτύων τους. Η διαφορά τώρα έγκειται στο ότι στόχος είναι η αυτοματοποίηση της εμπειρίας ως τέτοιας, ακόμα και στο αισθητηριακό επίπεδο. Τα βιντεο-παιχνίδια αποτέλεσαν μια καλή αρχή προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά παραμένουν υπερβολικά στατικά και χρειάζονται πολύ σχεδιασμό και πολλή εργασία. Τα μοντέλα κόσμων υποτίθεται ότι θα πρέπει να είναι ανοιχτά στον πραγματικό κόσμο ώστε να μπορούν να τον «μεταβολίσουν». Επομένως θα μπορούν και να παράγουν εξαιρετικά αληθοφανείς παραλλαγές αυτού του κόσμου. Με πιο ωμούς όρους: το επίδικο είναι η αποσύνθεση, αυτοματοποίηση και τελικά εμπορευματοποίηση της ίδιας της βιωμένης πραγματικότητας. Περιττό να ειπωθεί ότι δεν θα είναι δυνατό να υφίσταται μόνο μία τέτοια πραγματικότητα. Ο πληθωρισμός των «πραγματικοτήτων» θα γίνει απαραίτητος και το (κατασκευασμένο) βίωμα θα προσλάβει ένα αδιάβλητο επιστημολογικό κύρος.
Θα κλείσουμε με ένα ακόμα απόσπασμα από το βιβλίο του Babbage:
«Ίσως η πιο χρήσιμη συσκευή τέτοιου είδους να είναι εκείνη που μπορεί να εξακριβώσει αν ένας επιτηρητής βρίσκεται σε εγρήγορση. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που συνδέεται με ένα ρολόι, τοποθετημένο σε χώρο που δεν έχει πρόσβαση ο επιτηρητής. Όμως αυτός έχει εντολή κάθε μία ώρα να τραβάει ένα σκοινί τοποθετημένο σε συγκεκριμένο σημείο του χώρου ευθύνης του. Το όργανο αυτό, με το χαρακτηριστικό όνομα «μαρτυριάρης (tell-tale)», ενημερώνει τον ιδιοκτήτη για το κατά πόσο ο επιτηρητής έχει χάσει ώρες από τη βάρδια του και πόσες από αυτές έχασε.»
Αλίμονο, λοιπόν, σε όποιον τολμήσει να αμφισβητήσει τις πραγματικότητες που θα προσφέρονται από τα μοντέλα κόσμων. Στην άλλη άκρη του καλωδίου, όλο και κάποιο καμπανάκι θα χτυπήσει για να τον χρεώσει με το αμάρτημα της ουτοπικής παρέκκλισης.
Separatrix
- Στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα έχουμε κάνει εκτεταμένη αναφορά, με περισσότερες «τεχνικές» λεπτομέρειες, σε προηγούμενο τεύχος. Βλ. “τεχνητή νοημοσύνη”: μεγάλα γλωσσικά μοντέλα στην εποχή των «πνευματικών» περιφράξεων, Cyborg, τ. 26. ↩︎
- Η ενθρόνιση της στατιστικής στην κορυφή της επιστημονικής ιδεολογίας δεν υπήρξε βέβαια τυχαία. Βλ. Στατιστική… όπως κράτος, Cyborg, τ. 30. ↩︎
- Το «κοσμικά μοντέλα» θα ήταν μάλλον άστοχο καθώς παραπέμπει είτε σε κοσμολογία είτε ακόμα και σε στήλες κίτρινων περιοδικών. ↩︎
- Έχουν προταθεί και άλλοι τρόποι για να εμπλουτιστούν αυτά τα μοντέλα με συλλογιστικές ικανότητες. Δεν θα επιμείνουμε εδώ. ↩︎
- Κυκλοφορεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις αντισχολείο. ↩︎
- Αργότερα, τη δεκαετία του 1940, όταν οι αναλογίες μεταξύ υπολογιστικών μηχανών και ανθρώπινων εγκεφάλων έγιναν του συρμού, ο όρος «αποθήκη» αντικαταστάθηκε από τον όρο «μνήμη». ↩︎
