data: ορυχείο, εργοστάσιο … ή;

Η μάλλον θριαμβευτική επιβολή των (εταιρειών των) antisocial media και, στη συνέχεια, η φωταγωγία σχετικά με τους νευρωνικούς αλγόριθμους1 έχει εντείνει την τελευταία δεκαετία – μιλώντας πάντα σχετικά και κυρίως μεταξύ ακαδημαϊκών και δημοσιογραφικών κύκλων στη δύση – τον προβληματισμό σε ότι αφορά τα data και την datoποίηση. Το να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για πολιτικό και όχι απλά τεχνολογικό ζήτημα θα ήταν εκείνο που θα περιμένατε απ’ το cyborg. Απ’ την άλλη μεριά αυτός ο προβληματισμός, αν και ενδιαφέρων ως προς την «διακίνηση ιδεών» στο βαθμό που αυτή γίνεται ακόμα όχι από νευρωνικούς αλγόριθμους, αποφεύγει συχνά την καταραμένη λέξη καπιταλισμός. Ή υιοθετεί μια light εκδοχή της.

Ένα άρθρο δημοσιευμένο στις 2 Νοέμβρη 2025 με τίτλο Είμαι ένα εργοστάσιο δεδομένων (κι εσύ το ίδιο)2 με συγγραφέα τον free lancer δημοσιογράφο Nicholas Carr, θα χρησιμεύσει ενδεικτικά (και) σαν εισαγωγή σ’ αυτόν τον προβληματισμό:

Είμαι ένα ορυχείο δεδομένων ή ένα εργοστάσιο δεδομένων; Τα data εξάγονται από εμένα ή παράγονται από εμένα; Και οι δύο μεταφορές είναι απωθητικές, αλλά η διάκριση μεταξύ τους είναι σημαντική. Η μεταφορά που επιλέγουμε διαμορφώνει την αίσθηση της δύναμης που ασκούν οι λεγόμενες εταιρείες πλατφορμών όπως το Facebook, η Google και η Amazon και διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο εμείς, ως άτομα και ως κοινωνία, αντιδρούμε σε αυτή τη δύναμη.

Αν είμαι ένα ορυχείο δεδομένων, τότε ουσιαστικά είμαι ένα κομμάτι ακίνητης περιουσίας και ο έλεγχος των δεδομένων μου γίνεται θέμα ιδιοκτησίας. Σε ποιον ανήκω (ως τόπος πολύτιμων δεδομένων) και τι συμβαίνει με την οικονομική αξία των δεδομένων που εξάγονται από εμένα; Πρέπει να είμαι ο ιδιοκτήτης του εαυτού μου – ο μοναδικός ιδιοκτήτης του ορυχείου δεδομένων μου και του πλούτου του; Πρέπει να εθνικοποιηθώ, το μικρό μου ορυχείο να γίνει μέρος κάποιου είδους δημόσιας περιουσίας; Ή μήπως τα δικαιώματα ιδιοκτησίας πρέπει να μεταβιβαστούν σε ένα σύνολο εταιρειών που μπορούν να συγκεντρώσουν αποτελεσματικά την πρώτη ύλη από το ορυχείο μου και όλων των άλλων και να τη μετατρέψουν σε χρήσιμα προϊόντα και υπηρεσίες; Τα ερωτήματα που τίθενται εδώ είναι ζητήματα οικονομίας και πολιτικής.

Η μεταφορά της εξόρυξης, όπως και η επιχείρηση εξόρυξης, είναι αρκετά απλή και έχει γίνει δημοφιλής, ιδιαίτερα μεταξύ των συγγραφέων της αριστεράς. Το να σκεφτόμαστε τις εταιρείες πλατφόρμας ως εταιρείες εξόρυξης, με τα προσωπικά δεδομένα να είναι ανάλογα με έναν φυσικό πόρο όπως το σίδερο ή το πετρέλαιο, προσδίδει μια καθαρότητα και σαφήνεια στις συζητήσεις για έναν νέο και περίπλοκο τύπο εταιρείας. Σε ένα άρθρο στον Guardian τον Μάρτιο, ο Ben Tarnoff έγραψε ότι «το να σκεφτόμαστε τα δεδομένα ως πόρο όπως το πετρέλαιο βοηθά να διαφωτιστεί όχι μόνο ο τρόπος λειτουργίας τους, αλλά και πώς θα μπορούσαμε να τα οργανώσουμε διαφορετικά». Βασιζόμενος στη μεταφορά, συνέχισε υποστηρίζοντας ότι η επιχείρηση δεδομένων δεν θα πρέπει απλώς να υπόκειται σε αυστηρή ρύθμιση, όπως τείνουν να είναι οι εξορυκτικές βιομηχανίες, αλλά ότι οι «πόροι δεδομένων» θα πρέπει να εθνικοποιηθούν – να τεθούν υπό κρατική ιδιοκτησία και έλεγχο:

…Τα δεδομένα δεν είναι λιγότερο μια μορφή κοινής περιουσίας απ’ ότι το πετρέλαιο, το έδαφος ή ο χαλκός. Παράγουμε δεδομένα μαζί και τα κάνουμε σημαντικά μαζί, αλλά η αξία τους αυτή τη στιγμή αποτυπώνεται από τις εταιρείες που τα κατέχουν. Βρισκόμαστε στη θέση μιας αποικιοποιημένης χώρας, με τους πόρους μας να εξορύσσονται για να γεμίσουν μακρινές τσέπες. Ο πλούτος που ανήκει στους πολλούς – πλούτος που θα μπορούσε να βοηθήσει στη σίτιση, την εκπαίδευση, τη στέγαση και την θεραπεία ανθρώπων – χρησιμοποιείται για να πλουτίσει τους λίγους. Η λύση είναι να υιοθετήσουμε το πρότυπο του εθνικισμού των πόρων και να εθνικοποιήσουμε τα αποθέματα δεδομένων μας….

Σε ένα άλλο άρθρο στον Guardian, που δημοσιεύτηκε μερικές εβδομάδες αργότερα, ο Evgeny Morozov πρότεινε μια παρόμοια άποψη σχετικά με αυτό που ονόμασε «τα πηγάδια δεδομένων μέσα μας»:

… Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις πρόσφατες αντιπαραθέσεις για τα δεδομένα για να διατυπώσουμε μια πραγματικά αποκεντρωμένη, χειραφετητική πολιτική, σύμφωνα με την οποία οι θεσμοί του κράτους (από το εθνικό έως το δημοτικό επίπεδο) θα αναπτυχθούν για να αναγνωρίσουν, να δημιουργήσουν και να προωθήσουν τη δημιουργία κοινωνικών δικαιωμάτων στα δεδομένα. Αυτοί οι θεσμοί θα οργανώσουν διάφορα σύνολα δεδομένων σε ομάδες με διαφοροποιημένες συνθήκες πρόσβασης. Θα διασφαλίσουν επίσης ότι όσοι έχουν καλές ιδέες που έχουν μικρή εμπορική βιωσιμότητα αλλά υπόσχονται σημαντικό κοινωνικό αντίκτυπο θα λάβουν χρηματοδότηση επιχειρηματικών συμμετοχών και θα υλοποιήσουν αυτές τις ιδέες επιπλέον αυτών των ομάδων δεδομένων…

Η απλότητα της μεταφοράς της εξόρυξης είναι η δύναμή της αλλά και η αδυναμία της. Η μεταφορά της εξόρυξης δεν αποτυπώνει αρκετά από αυτά που κάνουν εταιρείες όπως το Facebook και η Google, και υιοθετώντας την, περιορίζουμε πολύ γρήγορα τη συζήτηση για τις πιθανές αντιδράσεις μας στη δύναμή τους. Τα δεδομένα δεν βρίσκονται παθητικά μέσα μου, σαν μια φλέβα μεταλλεύματος ή μια λίμνη πετρελαίου, που περιμένει να εξορυχθεί. Αντίθετα, παράγω ενεργά δεδομένα. Όταν οδηγώ ή περπατάω από το ένα μέρος στο άλλο, παράγω δεδομένα τοποθεσίας. Όταν αγοράζω κάτι, παράγω δεδομένα αγοράς. Όταν στέλνω μηνύματα σε κάποιον, παράγω δεδομένα συνεργασίας. Όταν διαβάζω ή παρακολουθώ ή αγοράζω κάτι στο διαδίκτυο, παράγω δεδομένα προτιμήσεων. Όταν ανεβάζω μια φωτογραφία, παράγω όχι μόνο δεδομένα συμπεριφοράς, αλλά δεδομένα που είναι τα ίδια ένα προϊόν. Με άλλα λόγια, είμαι πολύ περισσότερο σαν ένα εργοστάσιο δεδομένων παρά ένα ορυχείο δεδομένων. Κατασκευάζω δεδομένα μέσω της εργασίας μου – της εργασίας του μυαλού μου, της εργασίας του σώματός μου.

Οι εταιρείες πλατφόρμας, με τη σειρά τους, ενεργούν περισσότερο σαν διευθυντές εργοστασίων παρά σαν ιδιοκτήτες πετρελαιοπηγών ή ορυχείων χαλκού. Πέρα από τον έλεγχο των δεδομένων μου, οι εταιρείες επιδιώκουν να ελέγχουν τις ενέργειές μου, οι οποίες για αυτές είναι ουσιαστικά διαδικασίες παραγωγής, προκειμένου να βελτιστοποιήσουν την παραγωγή δεδομένων μου (και, από την πλευρά της ζήτησης της πλατφόρμας, την κατανάλωση δεδομένων μου). Θέλουν να προγραμματίσουν και να ρυθμίσουν την εργασία του εργοστασίου μου – δηλαδή, τη ζωή μου – όπως ο Frederick Winslow Taylor προσπάθησε να προγραμματίσει και να ρυθμίσει την εργασία των εργατών εργοστασίων στις αρχές του περασμένου αιώνα. Ο έλεγχος που ασκούν αυτές οι εταιρείες, με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο αυτός της ιδιοκτησίας αλλά και αυτός της διοίκησης. Και ασκούν αυτήν την διοίκηση μέσω του σχεδιασμού των εφαρμογών τους και άλλου λογισμικού, το οποίο ρυθμίζει όλο και περισσότερο όλα όσα κάνουμε κατά τις ώρες που είμαστε ξύπνιοι. Οι εφαρμογές είναι, όπως οι εργοστασιακές ρουτίνες και τα βιομηχανικά μηχανήματα, εργαλεία τροποποίησης συμπεριφοράς. Έχουν σχεδιαστεί για να μεγιστοποιούν την αποτελεσματικότητα των ανθρώπων στην παραγωγή πολύτιμων δεδομένων.

Η μεταφορά του εργοστασίου καθιστά σαφές αυτό που αποκρύπτει η μεταφορά της εξόρυξης: Εργαζόμαστε για τα Facebook και τα Google όλου του κόσμου, και η δουλειά που κάνουμε είναι ολοένα και πιο δυσδιάκριτη από τη ζωή που ζούμε. Τα ερωτήματα με τα οποία πρέπει να καταπιαστούμε είναι πολιτικά και οικονομικά, σίγουρα. Αλλά είναι επίσης ηθικά και φιλοσοφικά. Η μεταφορά της εξόρυξης υποδηλώνει ότι μας λείπει η προσωπική ευθύνη και η αυτονομία. Η μεταφορά του εργοστασίου τονίζει την ευθύνη και την αυτονομία μας. Είμαστε δρώντες, όχι απλές δεξαμενές πόρων.

Είτε η μία «μεταφορά» είτε η άλλη θα μπορούσαν να πείσουν… Και να τελειώνει εκεί ο όποιος προβληματισμός: είτε θα εθνικοποιηθούμε / κρατικοποιηθούμε, είτε θα απαιτήσουμε έναν κάποιο μισθό (άγνωστο πως θα υπολογιστεί για να είναι δίκαιος).

Εκείνο που διαφεύγει και απ’ τις δύο αυτές προσεγγίσεις είναι η καθολικότητα της datoποίησης, πάνω σε κάθε έμψυχο και άψυχο όχι μόνο του πλανήτη αλλά του σύμπαντος∙ και σε κάθε δημιούργημα, συμβάν ή φαινόμενο από καταβολής κόσμου! Ως data μπορούν να κωδικοποιηθούν τα πάντα: απ’ τις ηλιακές εκρήξεις ως τις μαύρες τρύπες∙ απ’ την πτήση των μυγών ως τις τροχιές των κομητών∙ απ’ τα γεωγλυφικά του περού ως την τελευταία παλαιοντολογική / αρχαιολογική ανακάλυψη∙ απ’ τον καιρό ως το σύνολο των βιβλιοθηκών του πλανήτη… Μ’ αυτήν την έννοια είτε θα έπρεπε να θεωρηθεί «ορυχείο» το σύμπαν και όλη η γνωστή και άγνωστη Ιστορία∙ είτε θα έπρεπε να υιοθετηθεί μια «πανεργατική θεωρία» με τον ισχυρισμό ότι τα πάντα (κυριολεκτικά τα πάντα!) «εργάζονται». Εν τέλει, περιοριζόμενοι στο είδος μας, data μπορούν να υπεξαιρεθούν και στον ύπνο μας∙ κι αυτό πράγματι συμβαίνει. «Δουλεύουμε» και στον ύπνο μας; Ή είμαστε «ορυχεία» που χασμουριούνται, ροχαλίζουν και αλλάζουν πλευρό; Είμαστε «ορυχεία» που χαίρονται με όνειρα ή «εργάτες σκληρής δουλειάς στο εργοστάσιο» που … φτιάχνουμε εφιάλτες;

Υποστηρίζουμε πως όσο βολικές κι αν φαίνονται τέτοιες προσεγγίσεις καταλήγουν γρήγορα σε λογικό αδιέξοδο. Για να μην μιλήσουμε για το πολιτικό αδιέξοδο: άραγε να εθνικοποιηθούν / κρατικοποιηθούν οι γαλαξίες; Ή να κοπεί μισθός στα ρομπότ βιομηχανικής χρήσης;

Κώδικας

Η λέξη / έννοια κωδικοποίηση είναι βασική αν κάποιος / κάποια σκοπεύει να ξεκλειδώσει το «μυστήριο» της γενικευμένης datoποίησης. Οπωσδήποτε ο κώδικας σημαίνει κάποιον τρόπο μετεγγραφής του οτιδήποτε με το οποίο ασχολείται∙ και αμέσως μετά ένα είδος κανονικοποίησης. «Κανονικοποίησης» με την έννοια της δημιουργίας κανόνων που δεν μπορούν μεν να αποδοθούν άμεσα στο-οτιδήποτε-ασχολείται ο κωδικοποιητής, αλλά ως κανόνες-του-κώδικα μπορούν να θεωρηθούν (ή να επιβληθούν) πάνω σε οτιδήποτε κωδικοποιείται ως η αλήθεια του.

Η κωδικοποίηση, όποια μορφή κι αν έχει, είναι linguistic πρακτική. Γλωσσική. Και στον πυρήνα της, στην βάση της, αυτή η linguistic πρακτική έχει τα μαθηματικά.3 Μπορούμε με άλλες λέξεις να πούμε ότι τα “data” είναι μονάδες μιας συγκεκριμένης μεταγλώττισης∙ υπό τον αυστηρό όρο πως θα γίνει κατανοητό ότι δεν πρόκειται για μεταφορά από γλώσσα σε γλώσσα αλλά «γλωσσοποίηση» των πάντων. Εν τέλει τα πιο πρόσφατα κατορθώματα των μηχανικών νευρωνικών αλγορίθμων λέγονται μεγάλα γλωσσικά μοντέλα∙ ακόμα κι αν οι χρήστες τους τα θεωρούν «φίλους», ψυχολόγους ή απαυγάσματα σοφίας…

Αυτή η συγκεκριμένη κωδικοποίηση ξεκίνησε σαν προσπάθεια να ξεπεραστούν τα αδιέξοδα των μαθηματικών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Και εκτοξεύτηκε όταν οπλοποιήθηκε στη διάρκεια του 2ου παγκόσμιου πολέμου: κρυπτογραφήσεις και αποκρυπτογραφήσεις των επικοινωνιών (: enigma). Όμως εξ’ αρχής ήταν (ακόμα και σαν «σκεπτικό») μονταρισμένη ως μηχανοποίηση. Μηχανοποιήσιμη (γλωσσική) κωδικοποίηση. Μεγάλα ονόματα αυτής της διαδικασίας, υπεράνω υποψίας για μιλιταρισμό, είχαν όχι μόνο την επίγνωση αλλά και την άνεση να το δηλώσουν. Ο ελβετός γλωσσολόγος Ferdinand de Saussure (1857 – 1913) για παράδειγμα είχε γράψει:

… Μια γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα…Το σύστημα αυτό είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός∙ δεν μπορεί κανείς να την δαμάσει παρά μόνο με την σκέψη∙ κι αυτοί οι ίδιοι που κάνουν καθημερινή χρήση αυτού του μηχανισμού τον αγνοούν βαθύτατα…

Αυτό ήταν θέση (του) για τις κοινές γλώσσες, θέση που θεωρήθηκε επιστημονική κι έγινε καθολικά αποδεκτή: όσοι τις μιλούν «αγνοούν βαθύτατα τον μηχανισμό» τους, τον οποίο όμως ξέρει ο … «ειδικός»… Λίγες δεκαετίες αργότερα ένας διάσημος που έκανε μεν τον διδακτορικό του για λογαριασμό του αμερικανικού στρατού αλλά, παραδόξως, τοποθετήθηκε στο πάνθεον των «αναρχικών διανοούμενων», ο Noam Chomsky, έλεγε – και ανέλυε ακόμα περισσότερο – ακριβώς τα ίδια.4

Τι στόχο, τι «νόημα», τι ζητούμενο θα μπορούσε να έχει αυτή η καθολική μηχανοποιήσιμη (γλωσσική) κωδικοποίηση των πάντων που με μια τόσο κοινότοπη αλλά και τόσο ανεξερεύνητη λέξη ονομάζεται ψηφιοποίηση; Το να μετατρέψει τα πάντα σε «ορυχεία» που καλό θα ήταν να κρατικοποιηθούν; Το να μετατρέψει τα πάντα σε «εργοστάσια» που καλό θα ήταν να αποκτήσουν μαχητικά συνδικάτα;

Ή τον έλεγχο και την εκμετάλλευση / υπεξαίρεση των πάντων άσχετα απ’ την υλική μορφή τους;

Αποικισμός και πρωταρχική συσσώρευση

Διαβάζοντας τα πιο πάνω κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί για το πως η ψηφιοποίηση / μηχανοποιήσιμη γλωσσική κωδικοποίηση των πάντων κατέληξε σε κάτι τόσο εκμεταλλευτικό / κυριαρχικό ώστε σήμερα να μπορεί να παρομοιαστεί με «ορυχείο» ή με «εργοστάσιο». Ωστόσο, ανακαλώντας ιστορικές μορφές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης (όπως το ορυχείο ή/και το εργοστάσιο) χωρίς τις βάσεις του καπιταλισμού, δεν πηγαίνει κανείς μακριά.

Επιχειρώντας να εξηγήσει το πώς η Βρετανία έγινε το πρώτο και για ένα διάστημα το κυρίαρχο βιομηχανικό κράτος ο Μαρξ εντόπισε δύο βασικούς παράγοντες πέρα απ’ την καθιέρωση της μισθωτής εργασίας και την εκμετάλλευσή της: την περίφραξη των νωρίτερα κοινόχρηστων αγροτικών γαιών, και την ληστεία / συσσώρευση πρώτων υλών μέσω της αποικιοκρατίας. Σκεπτόμενος και γράφοντας στα μέσα του 19ου αιώνα, με την 1η «βιομηχανική επανάσταση» σε πλήρη εξέλιξη, δεν αποκλείεται ο Μαρξ να θεώρησε αυτά τα δύο δομικά χαρακτηριστικά, τις περιφράξεις (δηλαδή την ιδιωτικοποίηση φυσικών πόρων που πριν, επί αιώνες, ήταν κοινοί) και την λεηλασία στις αποικίες ως εφ’ άπαξ, ως μια-κι-έξω, ως «προϊστορία του κεφάλαιου». Η ιστορία απέδειξε ότι δεν ήταν έτσι. Και ότι ο συνδυασμός περιφράξεων και λεηλασίας συμβαίνει ξανά και ξανά, ειδικά ως προϋπόθεση των τεχνολογικών / βιομηχανικών επαναστάσεων του καπιταλισμού∙ που δεν ήταν / είναι μία και μόνη.

Έχοντας κατά νου αυτήν την προσέγγιση είναι ευκολότερο να γίνει κατανοητό το γιατί η μηχανοποιήσιμη γλωσσική κωδικοποίηση / ψηφιοποίηση είναι μια καινούργια, πρωτότυπη μορφή εποικισμού – των πάντων. Έμβιων και μη. Επειδή μπορεί να αναπαραστήσει τα πάντα με (σχεδόν) πειστικό τρόπο, ως να είναι η αλήθειά τους. Έτσι ώστε αμέσως μετά η ιδιοκτησία, η «κατοχή – των – αναπαραστάσεων» να ισοδυναμεί με έλεγχο και δυνατότητα εκμετάλλευσης των πάντων. Είναι επίσης ευκολότερο να γίνει ξεκάθαρο το γιατί η γενικευμένη datoποίηση είναι μια διαρκής και πρωτότυπη πρωταρχική συσσώρευση. Η περίφραξη και η λεηλασία / κατοχή / πρωταρχική συσσώρευση είναι στην πραγματικότητα εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, που έχει ανάγκη να βρίσκει ή να κατασκευάζει καινούργιες, αρχικά άγνωστες ηπείρους προς κατάκτηση.

Είναι γεγονός ότι απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν πρωτοδιατέθηκε το «διαδίκτυο» σε κοινή χρήση ως τα μέσα της δεκαετίας του ’00, ως το 2004 για την ακρίβεια, η μηχανική γλωσσική κωδικοποίηση / ψηφιοποίηση των επικοινωνιών και των λεκτικών ή/και εικονικών ανταλλαγών έμοιαζε με γρίφος απ’ την άποψη της κερδοφόρου εκμετάλλευσης του. Μια «παρθένα ήπειρος» που επέτρεψε την ανάδυση διάφορων μύθων γι’ αυτήν. Από «νέος χώρος παγκόσμιας ελευθερίας» (!!!) ως «νέος χώρος επιχειρηματικού τυχοδιωκτισμού».

Οπωσδήποτε μια στοιχειωδώς προσεκτική παρατήρηση θα συμβούλευε ήδη από τότε πως τα αφεντικά και τα κράτη τους δεν αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν παρέχοντας ανεξέλεγκτους «νέους χώρους ελευθερίας»! Και ότι με δεδομένη την ιστορία των κλασσικών (αναλογικών) τηλεπικοινωνιών το λιγότερο που θα έπρεπε να περιμένει κάποιος θα ήταν η αξιοποίηση αυτής της μηχανικής γλωσσικής κωδικοποίησης / ψηφιοποίησης για τον έλεγχο και την επιτήρηση.

Όσο για τον (πρώιμο) επιχειρηματικό τυχοδιωκτισμό; Μια μέτρια σχετική αναφορά στην wikipedia δείχνει τον τόνο:

Ανάμεσα στο 1995 και στο 2000 οι νεοσύστατες επιχειρήσεις του διαδικτύου ενθάρρυναν τους επενδυτές να ρίξουν μεγάλα χρηματικά ποσά σε εταιρείες που είχαν το «.com» στο επιχειρηματικό τους σχέδιο. Όταν η εμπορευματοποίηση του διαδικτύου έγινε περισσότερο αποδεκτή και απέκτησε γρηγορότερους ρυθμούς, τέτοιου είδους εταιρείες άρχισαν να δημιουργούνται γρήγορα … προκειμένου να αξιοποιήσουν το εύκολο χρήμα…

Αυτή η περίοδος έληξε σύντομα με το χρηματιστηριακό κραχ των dot.com το 2001, όπου πολλές απ’ αυτές τις νεοσύστατες επιχειρήσεις απέτυχαν να έχουν κέρδη λόγω έλλειψης συγκεκριμένης δομής στα επιχειρηματικά τους σχέδια. Οι επενδυτές σταμάτησαν την χρηματοδότηση απλά και μόνο επειδή η τάδε ή δείνα ιδέα ήταν «πολλά υποσχόμενη». Αυτό οδήγησε πολλούς να υποστηρίξουν ότι το διαδίκτυο είναι επιχειρηματικά υπερεκτιμημένο. Αλλά εκείνο που συνέβη ήταν μια επανάσταση – μέσα – στην επανάσταση του internet που ονομάστηκε web 2.0. Η ιδέα πρωτοσυζητήθηκε σ’ ένα συνέδριο στο San Francisco και εξελίχθηκε σταδιακά απ’ το 2004 ως το 2011.

Μερικά απ’ τα χαρακτηριστικά του web 2.0 ήταν:

  • Ανάπτυξη διαφήμισης «φιλικής προς τον χρήστη» με banner και pop-up που είχαν αναπτυχθεί απ’ τις εταιρείες google και overture∙
  • Μετάβαση απ’ την στατική στη δυναμική HTML για εφαρμογές στο διαδίκτυο
  • Περιεχόμενο που να δημιουργείται απ’ τους χρήστες
  • Δημιουργία των «μέσων κοινωνικής δικτύωσης»

Η πιο σημαντική καινοτομία από επιχειρηματική άποψη ήταν ωστόσο η τοποθέτηση / ενσωμάτωση μέσα στον προγραμματισμό των sites των application programming interfaces / API που συνέδεαν τον κάθε χρήστη χωριστά, εν αγνοία του, με τους κατασκευαστές των sites και των λοιπών εφαρμογών: χάρη σ’ αυτή την σύνδεση οι εταιρείες αποκτούσαν επιτέλους πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο στην δικτυακή ψηφιακή συμπεριφορά καθενός και καθεμιάς. Η πρωταρχική συσσώρευση των data είχε αποκτήσει πια την τεχνολογία της!

Καθόλου συμπτωματικά το 2004 ιδρύθηκε στο facebook από έναν φοιτητή του Harvard ονόματι Zuckerberg… Καθόλου συμπτωματικά η συγκεκριμένη «πλατφόρμα» τράβηξε το ενδιαφέρον ενός «τυχοδιώκτη επενδυτή» (: venture capitalist) ονόματι Peter Thiel, που επένδυσε σ’ αυτήν 500.000 δολάρια… Καθόλου συμπτωματικά το 2004 πρωτοεμφανίστηκε και το twitter…

Και πάλι καθόλου συμπτωματικά, μέσα στην τεχνολογική έξαψη της τότε φοβερής και τρομερής silicon valley, τον Γενάρη του 2007, το ως τότε «πρωτόγονο» ασύρματο τηλέφωνο επρόκειτο να περάσει στην ιστορία και να αντικατασταθεί απ’ το τηλεχειριστήριο της καθημερινής ζωής μαγεύοντας ολόκληρο τον πλανήτη: ο Steve Jobs της εταιρείας apple παρουσίασε το (πρώτο) iphone. Το motto της εταιρείας για τους εν δυνάμει πελάτες της ήταν άλλωστε αυτό: δεν παρακολουθούμε τις ανάγκες τους προσπαθώντας να τις ικανοποιήσουμε. Τους δημιουργούμε καινούργιες (!)…

Η μαζική δημιουργία καινούργιων ψηφιακών αναγκών ξεκινώντας απ’ τους υπηκόους του πρώτου κόσμου (τα iphone ήταν ακριβά – μέχρι να εμφανιστεί η ανταγωνίστρια samsung και αργότερα μια σειρά κινεζικών εταιρειών…) ήταν μια τολμηρή εμπορική κίνηση. Είχε ωστόσο τον άνεμο στα πανιά της: η δημιουργία καινούργιων κλασσικά υλικών αναγκών (του είδους τα κλασσικά εμπορεύματα της 2ης βιομηχανικής επανάστασης) είχε αρχίσει να στομώνει, τουλάχιστον σε σχέση με την πρωτοτυπία τους. Το ενδιαφέρον (για εμάς) ωστόσο έγκειται στο ότι αυτές οι καινούργιες ψηφιακές ανάγκες που απ’ τα μέσα των ‘00s άρχισαν να αυξάνονται με τέμπο κατακλυσμού ήταν και είναι «ανάγκες αναπαράστασης»! Θυμίζουμε την αρχική θέση μας:

… Οπωσδήποτε ο κώδικας σημαίνει κάποιον τρόπο μετεγγραφής του οτιδήποτε με το οποίο ασχολείται∙ και αμέσως μετά ένα είδος κανονικοποίησης. «Κανονικοποίησης» με την έννοια της δημιουργίας κανόνων που δεν μπορούν μεν να αποδοθούν άμεσα στο-οτιδήποτε-ασχολείται ο κωδικοποιητής, αλλά ως κανόνες-του-κώδικα μπορούν να θεωρηθούν (ή να επιβληθούν) πάνω σε οτιδήποτε κωδικοποιείται ως η αλήθεια του…

Οπωσδήποτε όλοι και όλες που «ανακάλυψαν» απ’ την δεκαετία του ’00 και ύστερα ότι ζουν σε καθεστώς μόνιμης-έκτακτης-ανάγκης, 24 ώρες το 24ωρο, για να δικαιολογήσουν στους εαυτούς τους (για παράδειγμα) την μόνιμη εξάρτηση απ’ τα λεγόμενα «κινητά», δεν είχαν καθόλου αντίρρηση ούτε για την παθολογική αποδοχή της μηχανικής μεσολάβησης datoποίησης σχεδόν κάθε πλευράς της καθημερινής ζωής τους, ούτε για τους (όχι και τόσο) «αόρατους κανόνες» που έχει αυτή η πρωτότυπη αλλά απόλυτα καπιταλιστική διαρκής πρωταρχική συσσώρευση των ψηφιακών αναπαραστάσεων / data αυτής της καθημερινότητας τους.

Μπορούν εν τέλει, μετά από 20 plus γεμάτα χρόνια καλπασμού αυτής της εξέλιξης να σκεφτούν ότι μπορεί να έχουν γίνει «ορυχεία» (υπάρχει άλλωστε ο όρος εξόρυξη δεδομένων!) ή/και «εργοστάσια» (πολλές καινούργιες μορφές μισθωτής εργασίας σχετικές με την ψηφιοποίηση δημιουργήθηκαν ήδη, για να περάσουν πολλές απ’ αυτές ξανά στις μηχανές με τους νευρωνικούς αλγόριθμους…).

Εκείνο που θα δυσκολευτούν να παραδεχτούν είναι ότι έγιναν (και γίνονται όλο και περισσότερο) «ανειδίκευτοι» στην ίδια την καθημερινή ζωή τους!

Υπεξαίρεση των καθημερινών αξιών (χρήσης)

Οι όροι «ειδικευμένος/η» και «ανειδίκευτος/η» κατάγονται ιστορικά απ’ τον καταμερισμό εργασίας όχι μόνο στη βιομηχανία (: Ταιηλορισμός / Φορντισμός) αλλά και νωρίτερα, ήδη απ’ τον 19ο αιώνα, σε δουλειές γραφείου. Συνεπώς μπορεί να δημιουργήσει παρανοήσεις εδώ: αν χρησιμοποιούμε τον όρο ανειδίκευτοι στην καθημερινή ζωή μήπως εννοούμε ότι κάθε στιγμή της καθημερινής ζωής είναι κάποια μορφή εργασίας;

Όχι! Απλά δεν έχουμε καλύτερη λέξη για να υποδείξουμε εκείνο που πράγματι ήταν ο πυρήνας της «επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας» απ’ τον Ταίηλορ (μεταφορά των εργατικών γνώσεων στις μηχανές και στους μηχανικούς) αλλά ήδη έχει βγει πολύ πιο έξω και πολύ πιο μακριά απ’ αυτήν καθαυτήν την μισθωτή εργασία και τους χωρο/χρόνους της. Στο σύνολο της ζωής, όχι μόνο του ανθρώπινου είδους αλλά κάθε έμβιου είδους: με την ψηφιακή μηχανοποίηση / γενικευμένη datoποίηση.

Απ’ αυτήν την άποψη τα data, ως υλική μορφή της (γενικευμένης ψηφιακής) κωδικοποίησης (των πάντων), δεν είναι «παραγωγή» αλλά υπεξαίρεση. Και ως τέτοια εκπτώχευση.

Με άλλα λόγια η διαδικασία της datoποίησης, ως η πιο πρόσφατη κορύφωση της καπιταλιστικής αξιοποίησης (α λα 4η βιομηχανική επανάσταση) δεν μας μετατρέπει σε «ορυχεία» ή «εργοστάσια», μορφές δηλαδή της 1ης ή/και της 2ης βιομηχανικής επανάστασης (για τις οποίες κάτι ξέρουμε…), αλλά σε «ξεπεσμένα όντα», ζωντανά πράγματα. Η datoποίηση είναι η πιο αναβαθμισμένη τεχνολογικά εκδοχή της πραγμοποίησης. Που δεν αντιμετωπίζεται (απ’ όποιους / όποιες θεωρείται εχθρική…) ούτε με «κρατικοποίηση» ούτε με «μισθό». Αλλά με γενικευμένη απόρριψη, εκτός ίσως από αυστηρά επιλεγμένες περιοχές του κοινωνικού που θα θεωρούνταν (κοινωνικά) χρήσιμη.

H πραγμοποίηση (αντικειμενοποίηση: objectification) δεν είναι άγνωστη στη (δυτική) επιστημονική φιλολογία. Η αμερικανίδα πανεπιστημιακή «ηθικολόγος» Martha Nussbaum προσδιόρισε το 1995 επτά διαστάσεις της αντικειμενικοποίησης του ζωντανού: την εργαλειοποίηση, την άρνηση της αυτονομίας, την αδράνεια, την ανταλλαξιμότητα (: «ανταλλακτική αξία»..), την παραβιασιμότητα, την ιδιοκτησία / κυριότητα και την άρνηση της υποκειμενικότητας. Σύμφωνα με την προσέγγισή της … η διαδικασία αντικειμενοποίησης οδηγεί σ’ ένα είδος οργανικού κατακερματισμού στην κοινωνική αντίληψη, τη διάσπαση ενός ολόκληρου ατόμου σε μέρη που εξυπηρετούν συγκεκριμένους στόχους και λειτουργίες για τον παρατηρητή…

Αλλά ίσως η πιο εύστοχη κριτική της πραγμοποίησης βρίσκεται στον Marx και στο περίφημο «απόσπασμα για τις μηχανές» απ’ τα Grundrisse (1857). Εκεί ο Marx περιγράφει το πως η μηχανοποίηση αφαιρεί την γνώση και την αίσθηση της δημιουργικότητας απ’ την ζωντανή εργασία, από την μαστοριά, κάνοντας τις μηχανές να εμφανίζονται ως «δημιουργοί», και μετατρέποντας τους ζωντανούς εργάτες σε απλά εξαρτήματα των μηχανών. Κατ’ αναλογία η γενικευμένη datoποίηση (ως καθολική κωδικοποίηση) αφαιρεί απ’ την ζωή αυτήν καθ’ αυτήν τις αυτοτελείς ιδιότητές και αξίες της εμφανίζοντας τον «κώδικα», τους αλγόριθμους δηλαδή (και τις «βάσεις δεδομένων») ως το περιεχόμενο (της ζωής)∙ και το ζειν το ίδιο ως ένα απλό «κυτταρικό ‘ανόργανο’ δοχείο» δεδομένων. Ένα «έμβιο data center» προς υπεξαίρεση – και καθοδήγηση.5 Αυτή είναι η αποειδίκευση της καθημερινής ζωής.

Κάποιοι μαρξιστές έχουν επιχειρήσει να υποδείξουν αυτήν την σύγχρονη καπιταλιστική διαδικασία πραγμοποίησης / αντικειμενοποίησης / απανθρωποποίησης μέσω datoποίησης κάνοντας συγκρίσεις με την ιστορική αποικιοκρατία, κρατώντας πάντα στο κέντρο την πρωταρχική συσσώρευση.

Το 2021 οι Nick Couldry και Ulises A. Miejas υπέγραψαν την έκδοση του βιβλίου How Data Colonizes Human Life and Appropriates it for Capitalism (Πως τα δεδομένα αποικίζουν την ανθρώπινη ζωή και την οικειοποιούνται υπέρ του καπιταλισμού). Μια σύντομη (και μάλλον απλοϊκή) παρουσίαση προϊδεάζει γι’ αυτήν την προσέγγιση. Ο τονισμός δικός μας:

Η άποψη που ξεδιπλώνουν ο Nick Couldry, καθηγητής Μέσων Ενημέρωσης, Επικοινωνίας και Κοινωνικής Θεωρίας στο London School of Economics, και ο Ulises A. Mejias, καθηγητής Επικοινωνιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Owego State της Νέας Υόρκης, αφορά τη σχέση μεταξύ καπιταλισμού και αποικιοκρατίας. Ναι: αποικιοκρατία. Κυριολεκτικά. Όχι «αποικιοποίηση». Σύμφωνα με τους Couldry και Mejias, γινόμαστε μάρτυρες του τελικού σταδίου αυτού που, με τους όρους του Μαρξ, είναι γνωστό ως «πρωταρχική συσσώρευση» ή, με πιο σύγχρονη διατύπωση, «συσσώρευση μέσω της αποστέρησης».

Η «πρωταρχική συσσώρευση» περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι καπιταλιστές αποκτούν δύναμη και χρήματα. Δεν είναι μόνο με τη σκληρή δουλειά, άρα και την διεκδίκηση, και με την αξιοποίηση του νόμου και των κρατικών θεσμών που έχουν σχεδιαστεί για να προστατεύουν την περιουσία των πλουσίων, αλλά με την ωμή βία και την υποδούλωση. Οι άνθρωποι πρέπει να εκδιωχθούν από τη γη που καλλιεργούν για να γίνουν πρόθυμοι να ανταλλάξουν την αυτονομία τους με εργασία. Ιστορικά, η «πρωταρχική συσσώρευση» καθιερώθηκε από τον αποικισμό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο καπιταλισμός και η αποικιοκρατία είναι στην πραγματικότητα απλώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος – «η μία πλευρά που θεσπίζει την αποστέρηση με βάναυσο και αχαλίνωτο τρόπο και η άλλη που ομαλοποιεί αυτή τη διαδικασία υποβιβάζοντάς την στο εξωτερικό (έξω από το παρόν, έξω από το πολιτισμένο, έξω από το μετρήσιμο, και ούτω καθεξής)».

Πώς σχετίζεται αυτό με τα data; Να η γέφυρα: Οι Κονκισταδόρες, οι Ισπανοί κατακτητές του 16ου και 17ου αιώνα, διάβαζαν διακηρύξεις στα ισπανικά στους ανθρώπους που συνάντησαν ως κατοίκους της Αμερικής – ζητώντας από τους ιθαγενείς να υποταχθούν στην εκκλησία. Τίποτα διαφορετικό, ισχυρίζονται οι συγγραφείς του “The Cost of Connection”, δεν συμβαίνει όταν οι εταιρείες τεχνολογίας και κοινωνικής δικτύωσης ζητούν από τους χρήστες τους να υπογράψουν μακροσκελείς συμφωνίες τελικού χρήστη. Οι χρήστες, όπως και οι ιθαγενείς, δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τι τους ζητείται να αποδεχτούν.

… Είναι αρκετά εντυπωσιακό να διαβάζεις πως οι δύο καθηγητές επικοινωνίας συσχετίζουν την ιδιοποίηση πόρων και την κατάληψη του χώρου διαβίωσης των ανθρώπων στον ψηφιακό κόσμο. Το τίμημα είναι ένα ζήτημα. Κάθε χρήστης του Facebook, δηλώνουν οι Couldry και Mejias, αξίζει περισσότερα από 230 δολάρια ΗΠΑ για την εταιρεία, κάθε χρήστης του WeChat περισσότερα από 540 δολάρια. Για τις εταιρείες, είναι χρήματα. Για τους χρήστες, είναι μια πλήρης υποτίμηση των κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες ξαφνικά γίνονται εμπορεύματα της αγοράς. Για να μετατραπούν οι κοινωνικές σχέσεις σε μετρητά, έχει κατασκευαστεί μια ολόκληρη αυτοκρατορία ψηφιακών τεχνολογιών, που εκτείνεται από τις τελικές συσκευές των χρηστών έως τα καλώδια, τις υποδομές πληροφορικής και τα data. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε: Τα data από ιδιώτες τελικούς χρήστες, τα οποία αντιμετωπίζονται στον «τομέα κοινωνικής ποσοτικοποίησης», είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Η ποσότητα data που παράγονται από τις επιχειρήσεις υπερβαίνει τα δεδομένα ανά τομέα κοινωνικής ποσοτικοποίησης.

… Στο ευρύτερο πλαίσιο των αναλύσεων περί καπιταλιστικού-αποικιακού συνδέσμου, ζητήματα όπως οι ψευδείς ειδήσεις, η ρύθμιση των μέσων ενημέρωσης και η ψηφιακή επιτήρηση φαίνονται απλώς επιφανειακά. Λεπτομέρειες. Οι Couldry και Mejias δηλώνουν πολύ ρητά ότι, κατά την άποψή τους, η διαφάνεια, οι νόμοι, η γνώση γραφής κι ανάγνωσης στα μέσα ενημέρωσης ή ακόμη και ο ψηφιακός ακτιβισμός δεν θα κάνουν τη δουλειά τους όσον αφορά την αντίσταση στον σημερινό ψηφιακό καπιταλισμό-αποικιοκρατία. Δεν υλοποιούν καμία ελπίδα ότι το κράτος … Θα μπορούσε να παρέμβει για να βοηθήσει. Το αντίθετο μάλιστα. Αν και δεν φτάνουν στο σημείο να ισχυριστούν ότι το έθνος-κράτος (ή η ΕΕ) είναι απλώς ο βοηθός εκπλήρωσης του αποικιοκρατικού καπιταλισμού (σύμφωνα με την εμπνευσμένη από τον Μαρξ ερμηνεία τους), είναι πρόθυμοι να επισημάνουν ότι και ο δημόσιος τομέας πρέπει να θεωρείται από την πλευρά του παραβάτη, όχι του θύματος. Όταν οι κοινωνικές υπηρεσίες στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στις ΗΠΑ … χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη για παράδειγμα για να προβλέψουν περιοχές υψηλής εγκληματικότητας ή παιδικούς τραυματισμούς σε οικογένειες, οι δημόσιες αρχές δεν έχουν πρόσβαση στους αλγόριθμους που παράγουν τις αξιολογήσεις κινδύνου. Στην εποχή της «datoποίησης», αυτό που βασιζόταν σε γραπτά ή προφορικά επιχειρήματα, τώρα λύνεται μόνο με αριθμούς. Η λήψη αποφάσεων για δημόσια ζητήματα έχει παραδοθεί στον έλεγχο αλγοριθμικών διαδικασιών, οι οποίες με τη σειρά τους ελέγχονται από ιδιωτικές εταιρείες.

Από πρώτη ματιά είναι δύσκολο να βρεθούν ομοιότητες ανάμεσα στις «κατακτήσεις» της αποικιοκρατίας, που ως «πρωταρχική συσσώρευση» (πρώτων υλών και εργασίας / δουλείας) γέννησαν τον καπιταλισμό και στη σημερινή, υπερ-ώριμη καπιταλιστική περίοδο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και της γενικευμένης datoποίησης. Οπωσδήποτε ωστόσο υπάρχουν ήδη αρκετά «δείγματα» του πως η datoποίηση, και μάλιστα υπό κρατική διεύθυνση, μπορεί να αξιοποιηθεί ακόμα και για σύγχρονες μορφές δουλείας: η υγιεινιστική τρομοεκστρατεία είναι μια πολύ πρόσφατη απόδειξη.

Ωστόσο οι διαφορετικοί, ιστορικά (και τεχνολογικά με την ευρεία έννοια της λέξης: τις διαθέσιμες μεθόδους) προσδιορισμένοι τρόποι απανθρωποποίησης συγκροτούν πράγματι αφενός την γενεαλογία και αφετέρου την τυποποίηση της «αυτοκρατορίας των data».

Η κωδικοποίηση και η επιβολή της ως η «αλήθεια» όσων κωδικοποιούνται, ταυτόχρονα ως ιδεολογία και ως μηχανική linguistic πρακτική, είναι το αόρατο νήμα της εκμετάλλευσης, της υπεξαίρεσης, της επιφανειακά συναινετικής και στην πραγματικότητα βίαιης καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Ziggy Stardust

  1. Μετά από ώριμη έρευνα ο Wintermute πρότεινε ότι το «σύνθετοι αλγόριθμοι» δεν είναι ο κατάλληλος όρος για να αναφερόμαστε στη λεγόμενη «τεχνητή νοημοσύνη», και ότι το νευρωνικοί αλγόριθμοι είναι πιο κατάλληλο. Εννοείται πως το υιοθετήσαμε. ↩︎
  2. Προσβάσιμο στο https://www.newcartographies.com/p/i-am-a-data-factory-and-so-are-you ↩︎
  3. Στο όχι αξιοποιημένο ακόμα όπως θα του αντιστοιχούσε τετράδιο για εργατική χρήση νο 3 με τίτλο η μηχανοποίηση της σκέψης κάναμε μια καλή (αν και όχι απόλυτα πλήρη) γενεαλογία αυτής της κωδικοποίησης. ↩︎
  4. Συντακτικές δομές, 1957. ↩︎
  5. Η «αυτοκρατορία των selfies» είναι η πιο εύκολη απόδειξη: αξίζει πολύ περισσότερο ο αποθανατισμός του τι κάνεις και η ψηφιακή κυκλοφορία αυτής της αναπαράστασης παρά η στιγμή που ζεις. Η ζωή-χωρίς-selfie-στο-διαδίκτυο γίνεται ζωή δεύτερης διαλογής… ↩︎