Δεν (θέλουμε να) μιλάμε γι’ αυτό…
Έχουν συμπληρωθεί έξι ολόκληρα χρόνια από τότε σχεδόν σ’ όλες τις πλευρές της ζωής εκατοντάδων εκατομμυρίων επιβατών αυτού του πλανήτη «έσκασε» η Μεγάλη Απειλή: ο Sars-Cov-2. Έξι ολόκληρα χρόνια μετά∙ είτε μοιάζει σαν αιώνας, είτε έχει απωθηθεί σαν μια πικρή, οδυνηρή ανάμνηση: δεν θέλουμε να μιλάμε γι’ αυτό (ενόσω μπορούμε να μιλάμε για οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη βλακεία).
Εν τω μεταξύ αυτός ο «δολοφόνος ιός», και μάλιστα διάφορες φυσικά μεταλλαγμένες, εξελιγμένες, δηλαδή πιο μεταδοτικές παραλλαγές του, κυκλοφορεί πάντα. Κυκλοφορεί όπως ακριβώς θα κυκλοφορούσε το 2020, το 2021, το 2022 αν δεν είχε συμβεί η «επένδυση» πάνω του, αν δεν είχε διαφημιστεί ως ο χάρος ο ίδιος. Κυκλοφορεί αδιάφορα, χωρίς να κάνει φασαρία μεγαλύτερη απ’ ότι οι συνηθισμένες γρίπες. Χωρίς πύρινους συναγερμούς, χωρίς «πόλεμο στον αόρατο εχθρό», χωρίς στρατιωτικοποίηση…
Από κοινωνική, ιδεολογική (και σε τελευταία ανάλυση πολιτική, με την πλήρη σημασία της λέξης) άποψη είναι μάλλον ιδιαίτερα επικίνδυνο το γεγονός ότι η ευρεία απώθηση δεν κλονίζεται ούτε καν απ’ την σύγκριση ενός Sars-Cov-2 σήμερα και των πρόγονών του πριν έξι, πέντε ή τέσσερα χρόνια. Σύγκριση όχι αυτών καθαυτών των ιικών μορφών∙ σύγκριση των κοινωνικών (και ιατρικών και μηντιακών) προσλαμβάνουσων γύρω απ’ αυτές. Σύγκριση των (καθεστωτικών) χειρισμών.
Ως εάν η συντριπτική υγιεινιστική τρομοεκστρατεία που εξαπολύθηκε πριν έξι χρόνια να είχε κι αυτήν την μάλλον απροσδόκητη «παρενέργεια»: εξαφάνιση της μνήμης και μαζί εξαφάνιση του ενδιαφέροντος για κριτική σκέψη ακόμα κι όταν η χειραγώγηση καταφέρνει να γίνει απόλυτα σωματική, κυτταρική.
Μήπως αυτό, το ότι η χειραγώγηση μέσω της υγιεινιστικής τρομοεκστρατείας ήταν απόλυτα σωματική, είναι η βάση της απώθησης; Μήπως, για να ρωτήσουμε αλλιώς, το γεγονός ότι η «υγεία» έχει γίνει ένα είδος μαζικής νεύρωσης για πολύ μεγάλο μέρος των υπηκόων στη δύση, κάνει την κριτική στη λεγόμενη «βιομηχανία της υγείας» (όπως θα δούμε στη συνέχεια: βιομηχανία προώθησης της νοσηρότητας) σε μεγάλο βαθμό αυτοκριτική-μεγάλου-φάσματος (και ψυχοσυναισθηματικού βάθους) και γι’ αυτό απωθητική;
Είναι ίσως χαμένο στα βάθη της συλλογικής λήθης, αλλά ήταν ένας οικονομολόγος ονόματι Michael Grossman (διευθυντής του «εθνικού γραφείου οικονομικών ερευνών» των ηπα από το 19721 ως το 2020) που έγραψε κάτι σαν «ευαγγέλιο» το 1972 1 με τίτλο On the Concept of Health Capital and the Demand for Health. Το 1972 ο νεοφιλελευθερισμός ήταν ακόμα μια περιθωριακή πολιτικο-οικονομική άποψη. Αλλά ο Grossman δεν δίστασε:
… Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες η άποψη πως τα άτομα επενδύουν στους εαυτούς τους έχει γίνει πλατιά αποδεκτή στην οικονομική θεωρία. Στο θεωρητικό επίπεδο, οι αυξήσεις στο γνωσιολογικό απόθεμα του ατόμου ή στο ατομικό του κεφάλαιο είναι παραδεκτό ότι αυξάνουν την παραγωγικότητά του στον εμπορευματικό τομέα της οικονομίας όπου παράγει τα χρηματικά του οφέλη, και στον μη εμπορευματικό ή οικιακό τομέα, όπου παράγει εμπορεύματα που μπαίνουν στην καθημερινή του λειτουργία.
… Ο σκοπός αυτής εδώ της μελέτης είναι η κατασκευή ενός μοντέλου για την ζήτηση του εμπορεύματος «καλή υγεία». Η κεντρική θέση του μοντέλου είναι ότι η υγεία μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα διαρκές κεφαλαιουχικό απόθεμα που παράγει ως αποτέλεσμα υγιή χρόνο. Δέχεται πως τα άτομα κληρονομούν ένα αρχικό απόθεμα υγείας που υποβαθμίζεται με το πέρασμα της ηλικίας και μπορεί να αναβαθμιστεί με επένδυση…
Αδίστακτος ως «πρωτοπόρος» ο Grossman έφτασε να υπολογίσει την «τιμή» διάφορων ανθρώπινων οργάνων σε ένα «ελεύθερο εμπόριο» ανθρώπινων ανταλλακτικών για μεταμοσχεύσεις: «επένδυση του Εαυτού στη βελτίωση της υγείας του»∙ και «εκποίηση εξαρτημάτων λόγω ανάγκης».
Η «ιδέα» του ατόμου-καπιταλιστή-του-εαυτού-του, εφοδιασμένου κατ’ αρχήν με δύο είδη «πάγιων κεφαλαίων», την εκπαίδευση και την υγεία του, μια ιδέα ενσωμάτωσης των νεοφιλελεύθερων κανόνων σε κάθε μεμονωμένο άτομο και στο σύνολο της καπιταλιστικής λειτουργίας / κερδοφορίας δεν έγινε αποδεκτή άμα τη εμφανίσει της! Αλλά σταδιακά, ήδη απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ’70, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 και με μεγαλύτερη ορμή απ’ την δεκαετία του ’90 και μετά οι δυτικού τύπου καπιταλιστικές κοινωνίες υιοθέτησαν χωρίς αντιρρήσεις αυτό το «μοντέλο» στην καθημερινότητά τους. Κι όπως έγινε με κάθε άλλη προώθηση εμπορεύματος, η προώθηση του «εμπορεύματος καλή υγεία» έγινε αξεδιάλυτα δεμένη με την δημιουργία καινούργιων φόβων. Φόβων που είναι παραλλαγές του φόβου-του-θανάτου, φόβων «κοινωνικής απόρριψης», «μη απόδοσης», «ατελειών», κλπ. Φόβων νευρωσικών, βαθιά ριζωμένων στις αντιλήψεις των εκατομμυρίων Εγώ-Κεφάλαιο μετά από 2 ή 3 γενιές εθελοντικά αιχμάλωτων στις νεοφιλελεύθερες «αλήθειες».
Το 2020 αυτή η ενσωμάτωση ήταν πια τόσο βαθιά και τόσο κοινότοπη ώστε οι μπηχεβιοριστές και οι διαφημιστές / προπαγανδιστές της «απειλής του θανάτου» (απ’ τον … «αόρατο εχθρό»…) μπορούσαν να παίξουν στα δάκτυλα την χοντροκομμένη μεν αλλά αποδοτική οργάνωση και καθοδήγηση της μεγάλης μάζας των υπηκόων. Ξεκινώντας απ’ τις διάφορες μορφές φυλάκισης των σωμάτων (συμπεριλαμβανομένης της σωματικής και διανοητικής άγνοιάς τους: όλα τα είχαν εμπιστευτεί στα χέρια των «ειδικών»…) και προχωρώντας στη «λυτρωτική» αποδοχή, χωρίς απορίες και ανησυχίες, των «νέων τεχνολογιών», δηλαδή των παλιάς έμπνευσης και ήδη αποτυχημένων θεραπευτικά mRNA πλατφορμών γενετικής μηχανικής.
Οι απωθήσεις, η ηθελημένη, βολική άγνοια, και οι αποπροσανατολισμοί σε «αστυνομικές θεωρίες» είναι το λάδι που λιπαίνει τα γρανάζια της total dominance των καπιταλιστικών «οδηγιών» στο σύνολο της καθημερινής ζωής. Το 1978, κόντρα στην αναδυόμενη απ’ τους θεωρητικούς της «σχολής του Σικάγο» άποψη περί υγείας ως «ατομικό κεφάλαιο προς επένδυση και απόδοση / ατομική «κερδοφορία»», η Διακήρυξη της Alma-Ata διακήρυσσε ότι υγεία είναι η κατάσταση της πλήρους φυσικής, διανοητικής και κοινωνικής ευημερίας και όχι απλά η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας. Ήταν ίσως, από ιστορική άποψη, η «τελευταία ντουφεκιά» μιας άποψης που συνέδεε την υγεία των ατόμων και των κοινωνικών συνόλων όχι απλά και καθόλου μόνο με το τι θα τους παρείχε η επερχόμενη «βιομηχανία της υγείας» αλλά με την συναισθηματική, διανοητική, ηθική και εν τέλει κοινωνική ευημερία τους. Το 2020 μια τέτοια άποψη θα καταγγελλόταν ακαριαία ως … «ψέκα»…
Δεν θέλουμε να μιλάμε πια γι’ αυτό… Ο καθένας και η καθεμιά ας τα βγάλει πέρα μόνος / μόνη του.

Προώθηση της νοσηρότητας
Ακόμα και σήμερα, παρά τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα-των-«παρενεργειών» (παρά τους εκατοντάδες χιλιάδες «ξαφνικούς θανάτους» και όλα τα υπόλοιπα) η συντριπτική πλειοψηφία των υπηκόων δεν μπορεί (και σε μεγάλο βαθμό δεν θέλει) να καταλάβει ότι δεν έγινε κάποιο ατύχημα, κάποια λάθος δοσολογία στην γενικευμένη επίθεση μέσω των mRNA πλατφορμών γενετικής μηχανικής. Σ’ αυτήν την αδυναμία και, ακόμα χειρότερα, σ’ αυτήν την αποστροφή συνδυάζονται δύο μεγάλοι παράγοντες. Αφενός εκείνο που ήδη αναφέραμε: η μαζική επένδυση των Εαυτών Κεφάλαιο επί δύο γενιές στην (ατομική) υγεία, που σήμαινε επένδυση και εμπιστοσύνη στους ειδικούς της υγείας. Αυτή είναι μια κατάσταση την ηλικία της οποίας μπορούμε να μετρήσουμε για τις δυτικές κοινωνίες σταδιακά απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ’70 / αρχές της δεκαετίας του ’80 και ύστερα. Αφετέρου στην βαθιά, συχνά παρανοϊκή εμπιστοσύνη στην επιστήμη (και στην τεχνολογία / επιστήμη) και στην διαρκή πρόοδό της – προς όφελος, πάντα, των ανθρώπων. Γενικά… Αυτή η εμπιστοσύνη, προκειμένου για τις «επιστήμες – και τις τεχνοεπιστήμες – υγείας» άρχισε να κατασκευάζεται ήδη απ’ τις αρχές του 19ου αιώνα.2
Κι ωστόσο εκείνο που συνέβη το 2020, το 2021 και το 2022 έχει αναγνωρισμένο (επιστημονικό) όνομα και είναι σκανδαλωδώς γνωστό (όχι στη δημαγωγία, μόνο μεταξύ των αρμόδιων). Λέγεται (στα αγγλικά) disease mongerning που στα ελληνικά θα μπορούσε να μεταφραστεί προώθηση ασθενειών. Η «προώθηση ασθενειών» είναι τόσο παλιά όσο, περίπου, η ατμομηχανή∙ κι ωστόσο «ειδικοί» και δημαγωγοί επιμένουν ότι δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα. Όσο για τα πλήθη; Προτιμούν να την αγνοούν.
Τόσο παλιά όσο η χρονιά 1992 όταν η δημοσιογράφος Lynn Payer, που ήταν ήδη γνωστή απ’ τα ‘80s για την κριτική ματιά της στους τρόπους που οι φαρμακευτικές εταιρείες διαμόρφωναν την «κουλτούρα» της αρρώστιας και της υγείας, εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο Disease Mongers: How doctors, drug companies and Insurers are making you feel sick. Η Payer καθιέρωσε τον όρο disease mongering, έναν όρο που έγινε ακαριαία αποδεκτός σε διάφορα μήκη και πλάτη κυρίως των δυτικών κρατών, πυροδοτώντας πλήθος ερευνών, άρθρων και δημοσιεύσεων σε ιατρικές επιθεωρήσεις∙ πριν οι φαρμακομαφίες, οι ασφαλιστικές και οι «ιατρικές ενώσεις» ανασυνταχθούν και αντεπιτεθούν.

Σε μια επισκόπηση εκείνου του βιβλίου μερικά χρόνια αργότερα μπορούσε κάποιος να διαβάσει κι αυτά τα ενδιαφέροντα:
Μπορεί να πιστεύετε ότι υπάρχουν ήδη αρκετές ασθένειες στον κόσμο και ότι κανείς δεν θα ήθελε να προσθέσει στις ασθένειες που εμείς οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχει όμως μια ισχυρή βιομηχανία στην κοινωνία μας που εργάζεται υπερωρίες για να εφεύρει ασθένειες και να μας πείσει ότι υποφέρουμε από αυτές.
Αυτή η προσπάθεια είναι γνωστή ως «προώθηση ασθενειών», ένας όρος που εισήγαγε η συγγραφέας επιστημών υγείας Lynn Payer στο βιβλίο της του 1992 με τίτλο «Προώθηση ασθενειών: Πώς οι γιατροί, οι φαρμακευτικές εταιρείες και οι ασφαλιστές σας κάνουν να νιώθετε άρρωστοι». Η Payer όρισε την προώθηση ασθενειών ως «την προσπάθεια να πειστούν ουσιαστικά υγιείς άνθρωποι ότι είναι άρρωστοι ή ελαφρώς άρρωστοι άνθρωποι ότι είναι πολύ άρρωστοι». Αυτή η στρατηγική έχει επίσης ονομαστεί «εταιρική κατασκευή της ασθένειας» από τους Ray Moynihan, Iona Heath και David Henry στο British Medical Journal . «Υπάρχουν πολλά χρήματα που μπορούν να βγουν λέγοντας σε υγιείς ανθρώπους ότι είναι άρρωστοι», γράφουν. «Οι φαρμακευτικές εταιρείες συμμετέχουν ενεργά στην διαμόρφωση του ορισμού των ασθενειών επιχορηγώντας την και στην προώθησή τους τόσο σε εκείνους που κάνουν τις διαγνώσεις όσο και στους καταναλωτές».
Η προώθηση ασθενειών ξεκίνησε το 1879 με την εφεύρεση του Listerine, που αρχικά θεωρούνταν χειρουργικό αντισηπτικό. Ονομάστηκε έτσι από τον διάσημο Άγγλο χειρουργό Joseph Lister, ο οποίος πραγματοποίησε την πρώτη αντισηπτική χειρουργική επέμβαση. Σύντομα, ωστόσο, οι εφευρέτες του Listerine, οι δρ. Joseph Lawrence και Jordan W. Lambert, το πουλούσαν σε συμπυκνωμένη μορφή ως καθαριστικό δαπέδου και ως θεραπεία για τη γονόρροια. Το 1895 άρχισαν να το διαφημίζουν σε οδοντιάτρους για στοματική φροντίδα και το 1914 έγινε το πρώτο μη συνταγογραφούμενο στοματικό διάλυμα που κυκλοφόρησε στην αγορά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μέχρι τη δεκαετία του 1920, η Lambert Pharmacal Company, εταιρεία που κατασκεύαζε το Listerine, ήταν σίγουρη ότι είχε βρει μια θεραπεία. Τώρα το μόνο που χρειάζονταν ήταν μια ασθένεια. Έτσι, επινόησαν μια: «κακοσμία του στόματος». Πριν από εκείνη την εποχή, η κακοσμία του στόματος ήταν ένας άγνωστος ιατρικός όρος για τον οποίο σχεδόν κανείς δεν είχε ακούσει. Οι διαφημιστές άρχισαν να προωθούν το Listerine ως θεραπεία για αυτή την πάθηση, η οποία, όπως έλεγαν, θα μπορούσε να μειώσει τις πιθανότητες οποιουδήποτε να πετύχει στον έρωτα, τον γάμο και την εργασία. Σύντομα, άνθρωποι σε όλη την Αμερική υπέφεραν από δυσοσμία του στόματος.
Το κόλπο ήταν να διογκωθεί μια κοινή, καθημερινή κατάσταση στο επίπεδο της παθολογίας, η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί, θα μπορούσε να υπονομεύσει τις προοπτικές κάποιου για προσωπική ευτυχία και επιτυχία. Οι διαφημίσεις που έφτιαχναν οι έμποροι της Listerine ήταν μίνι σαπουνόπερες, στις οποίες οι άνθρωποι διακινδύνευαν την κοινωνική ντροπή και την αποτυχία, εκτός αν χρησιμοποιούσαν το προϊόν.
Οι έμποροι της Listerine βελτίωσαν τις τεχνικές μάρκετινγκ στις οποίες πρωτοστάτησαν οι κατασκευαστές πατενταρισμένων φαρμάκων του 19ου αιώνα. Ο μυθιστοριογράφος Henry James ήταν τόσο ενοχλημένος από αυτούς τους απατεώνες που τους αποκάλεσε «κακόβουλους». Ο αδελφός του, ο ψυχολόγος του Χάρβαρντ William James, ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της αμερικανικής ψυχολογίας, ήταν επίσης εξοργισμένος με αυτούς, λέγοντας ότι «οι δημιουργοί αυτών των διαφημίσεων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δημόσιοι εχθροί και να μην τους δείχνεται έλεος».
Η Payer εντόπισε αρκετές τακτικές προώθησης ασθενειών. Μεταξύ αυτών:
- Το υπονοούμενο ότι κάτι δεν πάει καλά με μια φυσιολογική λειτουργία και ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί∙
- Την ιατρική υπόδειξη για ύπαρξη πόνου που δεν υπάρχει απαραίτητα∙
- Τον ορισμό όσο το δυνατόν μεγαλύτερου ποσοστού του πληθυσμού ως πάσχοντος από την «ασθένεια»∙
- Τον ορισμό μιας πάθησης ως ασθένειας ανεπάρκειας ή ως ασθένειας ορμονικής ανισορροπίας∙
- Την προσέλκυση γιατρών για να διαδώσουν το μήνυμα∙
- Την επιλεκτική χρήση στατιστικών στοιχείων για την υπερεκτίμηση των οφελών της θεραπείας∙
- Την προώθηση μιας προωθούμενης εμπορικά θεραπείας ως ακίνδυνης∙
- Την εκτροπή ενός κοινού συμπτώματος που θα μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε παρουσιάζοντάς το σαν να είναι σημάδι σοβαρής ασθένειας.
Εύκολα αυτά θα έπρεπε να είναι οικεία∙ εκτός αν αντιμετωπιστούν ως «θεωρίες συνωμοσίας», πράγμα που αποδεικνύεται ευκολότερο!
Σε άλλο σημείο στην ίδια επισκόπηση σημειώνονται κι αυτά:
… Η αντιμετώπιση της προώθησης ασθενειών δεν θα είναι εύκολη. Υπάρχει ένα σχεδόν απεριόριστο χρηματικό ποσό που μπορεί να κερδίσει κανείς από την εμπορία φαρμακευτικών θεραπειών για ασθένειες που υπάρχουν κυρίως στη φαντασία, και υπάρχουν ισχυρά οικονομικά, πολιτικά και επαγγελματικά συμφέροντα που θέλουν απεγνωσμένα να συνεχιστεί αυτή η διαδικασία.
… Σήμερα, επειδή οι διευκολύνσεις της θρησκείας δεν είναι πλέον πραγματικές για πολλούς ανθρώπους, ο θάνατος φαίνεται πιο τρομερός, με αποτέλεσμα μια πανικόβλητη βιασύνη να χρησιμοποιήσουμε οτιδήποτε προσφέρει καλύτερη υγεία και αυξημένη μακροζωία.
… Έχει ειπωθεί ότι ένας από τους κύριους τρόπους με τους οποίους εμείς οι άνθρωποι διαφέρουμε από τα άλλα πλάσματα είναι η επιθυμία μας να πάρουμε ένα χάπι. Οι φαρμακευτικές εταιρείες το γνωρίζουν αυτό.
Η εκστρατεία για την κατασκευή μιας αρρώστιας προς διευκόλυνση του εμπορίου του Listerine τον 19ο αιώνα είναι οπωσδήποτε πρωτόγονη σε σχέση με τον ύστερο καπιταλιστικό 20ο αιώνα ή τον 21ο όπου κανείς δεν απαγορεύει (το αντίθετο) στις φαρμακομαφίες να προσλαμβάνουν κοινωνιολόγους, μπηχεβιοριστές, διαφημιστές, δημοσιογράφους αλλά και πρυτάνεις ιατρικών σχολών, «επώνυμους» γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, σχολιαστές, influencers, έτσι ώστε τόσο η ανακήρυξη μιας αρρώστιας όσο και ο φαρμακευτικός τρόπος αντιμετώπισής της να έχει τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες της πολεμικής total dominance.
Μια μικρή συλλογή ερευνών δημοσιευμένων το 2006 μπορεί να υποδεικνύει το εύρος της κατασκευής της νοσηρότητας, αλλά – δυστυχώς – και το εύρος της ως τώρα επιτυχίας των κυκλωμάτων να αντικαταστήσουν την θρησκεία (και τον «φόβο του θανάτου» κατάλληλα διασκευασμένο και πακεταρισμένο σε χιλιάδες διαφορετικές μικροσυσκευασίες / αρρώστιες) μ’ έναν εντελώς επικερδή τρόπο:






Για όποιον / όποιαν έχει αμφιβολίες για το αν η λεγόμενη «βιομηχανία της υγείας» είναι στην πραγματικότητα και χωρίς δεύτερη κουβέντα βιομηχανία (σχεδιασμένης) παραγωγής νοσηρότητας, υπάρχουν επιπλέον αποδείξεις – αν υπάρχει χώρος για τέτοιες.
Πρώτα εκείνο που κωδικοποιήθηκε ως «το δίλημμα της Gilead»:

Υπάρχει ένα δίλημμα που πολύ λίγοι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν δημόσια, αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί. Όταν μια κατάσταση θεραπεύεται πραγματικά – ή όταν ένας πληθυσμός διατηρείται γενικά υγιής – τα μακροπρόθεσμα κέρδη των παρόχων, των ασφαλιστικών και των φαρμακευτικών εταιρειών συχνά πέφτουν. Ένα καθαρό παράδειγμα είναι το Sovaldi (sofosbuvir) της Gilead. Όταν εμφανίστηκε το Sovaldi είχε πολύ υψηλή τιμή και κατακρίθηκε πολύ έντονα απ’ τα μήντια και τους πολιτικούς. Ωστόσο ήταν επίσης πολύ αποτελεσματικό και θεράπευσε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού με ηπατίτιδα C. Αυτό είχε αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά ο πληθυσμός των ασθενών.
Αν και η Gilead είχε σημαντικά κοντοπρόθεσμα κέρδη, δεν επωφελήθηκε απ’ την ύπαρξη μιας διαρκούς αγοράς αφού το φορτίο της αρρώστιας μειώθηκε δραματικά. Αντίθετα, τα μοντέλα των πληρωμένων επισκέψεων σε γιατρούς και των χρόνιων ασθενειών παράγουν επαναλαμβανόμενα κέρδη για τους ενδιαφερόμενους. Μέσα σ’ αυτή την οικονομική δομή, η διαχείριση χρόνιων καταστάσεων – ή η διαχείριση της υγείας χωρίς την μείωση της πελατείας – μπορεί να είναι πιο ελκυστικές από οικονομική άποψη σε σχέση με την θεραπεία ασθενειών ή το να μένουν οι πληθυσμοί πραγματικά υγιείς.
Αυτό δεν είναι κατηγορία για κακές προθέσεις – κανένας οργανισμός δεν θέλει να βγάζει λιγότερα λεφτά και δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς κάτι τέτοιο. Εκθέτει το δομικό πρόβλημα κινήτρων στη φροντίδα υγείας. Το πραγματικό ερώτημα είναι πως να ξανασχεδιάζουμε τα κίνητρα ώστε η θεραπεία των ασθενειών και η διατήρηση των πληθυσμών υγιών να έχει οικονομικά βιώσιμα αποτελέσματα.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι τέτοια «διλήμματα» ή, πιο σωστά, η υπόδειξη για την «ανάγκη διαρκούς νοσηρότητας» προέρχεται απ’ τα λογιστήρια (και τους εκπροσώπους…) των ιδιωτικών επιχειρήσεων «φροντίδας υγείας»! Απ’ αυτούς που κερδίζουν απ’ τις αρρώστιες. Διαφορετικά, ένα πραγματικά δημόσιο σύστημα υγείας θα πανηγύριζε αν ο πληθυσμός που του αναλογεί ήταν υγιής!
Αλλά ένα πραγματικά δημόσιο σύστημα υγείας δεν θα μπορούσε να περιοριστεί μόνο στα δημόσια κέντρα υγείας (πρωτοβάθμια) ή/και τα δημόσια νοσοκομεία. Θα έπρεπε επίσης να είναι πραγματικά δημόσια όλη η επιμελητεία, συμπεριλαμβανόμενων οπωσδήποτε των ερευνών και της κατασκευής των όποιων φαρμάκων.
Καμία σχέση οπουδήποτε στον (δυτικό σίγουρα) καπιταλιστικό κόσμο! Η κατάσταση υποδεικνύεται καθαρά εδώ, από την Golman Sachs (καμία σχέση με ιατρική ή «φροντίδα υγείας»…) σε άρθρο του Νοέμβρη του 2018, ένα χρόνο και κάτι πριν την κατασκευή της φοβερής και τρομερής φονικότητας ενός γενικά αδιάφορου ιού «τύπου γρίπης»:

«Η θεραπεία των ασθενών είναι ένα βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο;» αναρωτιούνται οι αναλυτές της Golman Sachs
Η μια κι έξω θεραπείες για τις αρρώστιες δεν είναι κάτι σπουδαίο για τις επιχειρήσεις – πιο συγκεκριμένα είναι κακές για τα μακροπρόθεσμα κέρδη τους – σημειώνουν οι αναλυτές της Goldman Sachs στις 10 Απρίλη σε μια έκθεση για τους πελάτες τους απ’ την βιοτεχνολογική βιομηχανία, που δημοσιοποιήθηκε πρώτα απ’ το CNBC.
Η έκθεση της επενδυτικής τράπεζας με τίτλο «Η Επανάσταση του Γονιδιώματος» κάνει στους πελάτες της την ευαίσθητη ερώτηση: «Η θεραπεία των ασθενών είναι βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο;» Η απάντηση μπορεί να είναι «όχι», σύμφωνα με τις πληροφορίες που ακολουθούν.
Η αναλύτρια Salveen Richter και οι συνεργάτες της σημειώνουν:
«Η δυνατότητα να υπάρχουν ‘μια κι έξω θεραπείες’ είναι μια απ’ τις πιο ελκυστικές πλευρές της γενετικής θεραπείας, των θεραπειών γενετικής τροποποίησης των κυττάρων και της γενετικής κοπτοραπτικής. Ωστόσο, τέτοιες θεραπείες έχουν μια άλλη όψη σε σχέση με την αναλογία εξασφάλισης εσόδων προς χρόνιες θεραπείες… Αν και αυτό το κλάσμα έχει πολύ μεγάλη αξία για τους ασθενείς και την κοινωνία, θα μπορούσε να είναι πρόκληση για εκείνους που αναπτύσσουν γενετικά φάρμακα και θέλουν σταθερή ροή χρήματος».Σαν πραγματικό παράδειγμα προτείνουν την περίπτωση της Gilead Sciences, που πουλάει θεραπείες για την ηπατίτιδα C, οι οποίες έχουν ποσοστό θεραπείας πάνω από 90%. Το 2015 οι πωλήσεις αυτών των φαρμάκων απ’ την εταιρεία έφτασαν τα 12,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Όμως καθώς όλο και περισσότεροι θεραπεύονταν και υπήρχαν όλο και λιγότερα άτομα μολυσμένα ώστε να μεταδώσουν την ασθένεια, οι πωλήσεις άρχισαν να πέφτουν. Οι αναλυτές της Goldman Sachs εκτιμούν ότι αυτές οι θεραπείες θα αποφέρουν στην εταιρεία λιγότερα από 4 δισεκατομμύρια φέτος.
«Η γρήγορη άνοδος και πτώση της Gilead σε σχέση με την ηπατίτιδα C τονίζει μια απ’ τις δυναμικές που έχει ένα αποτελεσματικό φάρμακο που θεραπεύει για πάντα μια αρρώστια, αλλά οδηγεί στη σταδιακή αποστράγγιση της δεξαμενής των ασθενών» έγραψαν οι αναλυτές. Η έκθεση σημειώνει ότι αρρώστιες σαν τους κοινούς καρκίνους – όπου «η δεξαμενή των περιστατικών παραμένει σταθερή» – είναι λιγότερο επισφαλείς για την βιομηχανία.
Για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της βιωσιμότητας γενικά, η έκθεση προτείνει στις βιοτεχνολογικές επιχειρήσεις να εστιάσουν σε αρρώστιες ή συνθήκες που μοιάζουν να γίνονται πιο κοινές ή/και έχουν μεγάλη συχνότητα. Προτείνει επίσης στις επιχειρήσεις να είναι καινοτόμες και να επεκτείνουν διαρκώς την γκάμα των θεραπειών τους. «Αυτό μπορεί να είναι αντίβαρο στην πτωτική τάση των εσόδων από προηγούμενα περιουσιακά στοιχεία / θεραπείες». Τελικά παρατηρεί ότι εφόσον τέτοιες [γενετικές] θεραπείες αρχίσουν να αποδίδουν, μπορεί να ανοίξουν ακόμα περισσότερες επενδυτικές ευκαιρίες στις θεραπείες για την «αρρώστια των γεραμάτων».
Οι καρκίνοι, «κοινοί» ή μη, και τα αυτοάνοσα (θα συμπληρώναμε..) είναι μια πολύ καλή λύση για την κερδοφορία των φαρμακομαφιών (γενικά) και των γενετικών – φαρμακομαφιών (ειδικά): αυτό λέγεται χωρίς περιστροφές. Κι αφού είναι έτσι, το να παραχθούν μαζικά αυτές (ή οποιεσδήποτε άλλες) «χρόνιες παθήσεις» είναι επίσης προς το συμφέρον των … ενδιαφερόμενων.
Αυτό δεν έγινε μετά την βίαιη, μαζική επιβολή των mRNA πλατφορμών;
καθετοποίηση
Αφήνοντας στην άκρη τον (σχεδόν ανύπαρκτο στις τωρινές συνθήκες) αποκλειστικά και πραγματικά δημόσιο τομέα φροντίδας υγείας, κάποιος θα μπορούσε να επιμείνει: το συμφέρον των φαρμακομαφιών κι ολόκληρου του (ιδιωτικού…) ιατρικού κυκλώματος, συμπεριλαμβανομένων διάφορων ειδικοτήτων γιατρών, δεν συγκρούεται άραγε με τα συμφέροντα των ασφαλιστικών ταμείων και, μάλιστα, των ιδιωτικών ασφαλιστικών; Έχουμε εδώ μια εκδοχή του κεφάλαιο εναντίον κεφάλαιου;
Πράγματι, έτσι φαίνεται να συμβαίνει για κάποια χρόνια… Η μεγέθυνση της νοσηρότητας αυξάνει μεν τα κέρδη τόσο των φαρμακομαφιών όσο και των ιδιωτικών «παρόχων» πιέζοντας απ’ την άλλη μεριά τόσο τα (δημόσια) ασφαλιστικά ταμεία όσο και τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Οι οποίες, σ΄αυτή τη φάση, βρίσκουν έξοδο στην αύξηση των ασφαλίστρων∙ κάτι που όμως αφενός δεν μπορεί να παρακολουθήσει των καλπασμό της βιομηχανίας της νοσηρότητας και αφετέρου δεν γίνεται πάντα αποδεκτή απ’ τους ασφαλισμένους. (Για παράδειγμα: τα συμβόλαια ισόβιας ασφάλειας ζωής (και υγείας) στο ελλαδιστάν από 711.000 το 2011 μειώθηκαν σε 255.000 το 2023∙ ενόσω οι «αποζημιώσεις» (οι εκταμιεύσεις δηλαδή απ’ τα λογιστήρια των ιδιωτικών ασφαλιστικών) μεταξύ 2022 και 2023 αυξήθηκαν από 212 σε 227 εκατομμύρια ευρώ).
Η λύση σ’ αυτό το δράμα «κεφάλαιο εναντίον κεφάλαιου» δεν είναι βέβαια το να εμποδιστεί η βιομηχανία της νοσηρότητας! Είναι μάλλον η συγχώνευση! Για «αγορά» («υγείας») πρόκειται!…
Στις 20 Γενάρη 2026 στις οικονομικές σελίδες της καθεστωτικής «καθημερινής» υπήρχε αυτό το κατατοπιστικό ρεπορτάζ:
Την αλλαγή του μοντέλου λειτουργίας της αγοράς υγείας όπου οι ασφαλιστικές εταιρείες περιορίζονται να λειτουργούν ως παθητικοί μεσάζοντες στις σχέσεις τους με τα νοσοκομεία πληρώνοντας το κόστος νοσηλείας το οποίο στη συνέχεια μεταβιβάζουν στους ασφαλισμένους μέσα από τις υψηλές αυξήσεις στα ασφάλιστρα, επιδιώκει να αλλάξει η κίνηση της Τράπεζας Πειραιώς για την εξαγορά της Βιοϊατρικής. Αν και οι σχετικές συζητήσεις δεν έχουν καταλήξει, σύμφωνα με πληροφορίες βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο με στόχο την απόκτηση του ομίλου της Βιοϊατρικής, που περιλαμβάνει δύο γενικές κλινικές δυναμικότητας 266 κλινών και 70 διαγνωστικά κέντρα.
… Το σχέδιο έρχεται σε συνέχεια της απόκτησης της Εθνικής Ασφαλιστικής. Στόχος, αφενός να περιοριστεί το υψηλό κόστος διαχείρισης του κλάδου υγείας, που συσσωρεύει ζημιές στην εταιρεία και αφετέρου να υπάρξουν τρόποι για την αποτελεσματική ανάπτυξη των εργασιών, χωρίς την πίεση που δημιουργεί ο περιορισμένος ανταγωνισμός στον χώρο των παρόχων υγείας. Το σχέδιο «κουμπώνει» με την ενοποίηση υπό την ομπρέλα του ομίλου Ημιθέα – ανήκει επίσης στην Τράπεζα Πειραιώς – των δραστηριοτήτων της Euromedica.
Υπενθυμίζεται ότι η Ημιθέα, που είναι ιδιοκτήτρια του «Ερρίκος Ντυνάν» ολοκλήρωσε τον Ιούνιο του 2025 την εξαγορά των κλινικών της Euromedica, δημιουργώντας ένα δίκτυο έξι γενικών και μαιευτικών κλινικών με ευρεία γεωγραφική κάλυψη στην Ελλάδα.
Αριθμεί συνολικά περισσότερες από 1.200 κλίνες δευτεροβάθμιας φροντίδας, ενώ στο δίκτυο των κλινικών της απασχολούνται πάνω από 2.500 εργαζόμενοι και πάνω από 3.500 συνεργάτες ιατροί. Το μερίδιο αγοράς της Ημιθέα στον τομέα των γενικών κλινικών διαμορφώνεται στο 6,6%, ενώ ο όμιλος της Βιοϊατρικής έχει μερίδιο 24% στον κλάδο των διαγνωστικών κέντρων και πολύ χαμηλότερο, μόλις 2,8%, στην αγορά των γενικών κλινικών.Από την πλευρά των ασφαλιστικών εταιρειών η προσπάθεια να λειτουργήσουν ως ενεργοί διαχειριστές του κόστους υγείας εκδηλώνεται όλο και πιο έντονα το τελευταίο διάστημα, με πιο πρόσφατη κίνηση την εξαγορά από την Generali Hellas της Ευρωκλινικής, η οποία διαθέτει δύο γενικές κλινικές (Ευρωκλινική Αθηνών και Παίδων) με συνολική δυναμικότητα 175 κλινών. Επίσης, ο όμιλος της Interamerican διαθέτει μετοχική σχέση με την Αθηναϊκή Γενική Κλινική και, σε συνδυασμό με τα πολυϊατρεία Medifirst, έχει αναπτύξει την πρωτοβάθμια υγεία με στόχο τον καλύτερο έλεγχο των περιστατικών νοσηλείας.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία
Με τον τρόπο αυτό οι ασφαλιστικές και στη χώρα μας επιχειρούν να βαδίσουν στα χνάρια άλλων ευρωπαϊκών ασφαλιστικών ομίλων, οι οποίοι δεν περιορίζονται πλέον στο να ασφαλίζουν κινδύνους, αλλά αποκτούν νοσοκομεία, κλινικές και δίκτυα πρωτοβάθμιας φροντίδας. Πρόκειται για ένα είδος καθετοποίησης των παρεχόμενων υπηρεσιών προκειμένου να ελεγχθεί το υψηλό κόστος νοσηλείας.
Παρόμοια παραδείγματα έχουν υπάρξει στην Ισπανία, όπου η Sanitas (θυγατρική της Bupa) είναι ταυτόχρονα ασφαλιστική, ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια των Sanitas Hospitales. Είναι ενδεικτικό ότι διαχειρίζεται τέσσερα ιδιωτικά νοσοκομεία, 25 ιδιωτικά ιατρικά κέντρα, 17 προηγμένα κέντρα αποκατάστασης, ένα κεντρικό εργαστήριο και μια ερευνητική ιδρυματική οργάνωση. Το 2025 το χαρτοφυλάκιό της επεκτάθηκε με το άνοιγμα του νέου νοσοκομείου Blua Sanitas Valdebebas, ενώ έχει ανακοινωθεί η κατασκευή τριών νέων νοσοκομείων στη Βαρκελώνη, στη Μάλαγα και την περιοχή Αργκανθουέλα στη Μαδρίτη. Η ασφαλιστική υγείας ASISA κατέχει και διαχειρίζεται το μεγαλύτερο ισπανικό νοσοκομειακό δίκτυο HLA, που διαθέτει 19 νοσοκομεία και περίπου 39 πολυϊατρεία, ενώ η Generali Spain έχει συνάψει 10ετή στρατηγική συμφωνία (2023-2033) για την πρόσβαση των πελατών της στο διευρυμένο δίκτυο της Sanitas.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο η Bupa, ιδιοκτήτρια του Cromwell Hospital στο Λονδίνο από το 2008, είναι ιστορικά καθετοποιημένη ασφαλιστική και εντείνει το direct-to-customer αποτύπωμά της αγοράζοντας κλινικές, όπως το London Medical το 2024 και νωρίτερα τις μονάδες Blackberry Clinics & Smart Clinics.
Στην Πορτογαλία, η μεγαλύτερη ασφαλιστική της χώρας, η Fidelidade απέκτησε τον όμιλο Luz Saúde το 2014 και παραμένει κυρίαρχος μέτοχος με καθετοποιημένη παροχή υπηρεσιών υγείας.
Στην Πολωνία, ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός όμιλος, η PZU, έχει χτίσει μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων κλινικών και πολυϊατρείων (π.χ. Alergo-Med, Multimed-Elvita, CM Św. Łukasz), την PZU Zdrowie ως δίκτυο παρόχων, το οποίο αν και δεν είναι κυρίως «νοσοκομειακό», όπως τα ισπανικά ή τα πορτογαλικά παραδείγματα, αποτελεί ξεκάθαρη μορφή καθετοποίησης στη δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια φροντίδα.
Τι σημαίνει αυτή η καθετοποίηση για την βιομηχανία της νοσηρότητας; Τι σημαίνει η αλυσίδα τράπεζες – ιδιωτικές ασφαλιστικές – ιδιωτικές επιχειρήσεις «υγείας»; Η γενική ιδέα είναι όχι να μπει φρένο στο disease mongering αλλά, αντίθετα, να γίνει ακόμα πιο προσοδοφόρο! Αυτό μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους: απ’ την εξαίρεση διάφορων «καλύψεων» απ’ τις ιδιωτικές ασφαλιστικές ως την «απαλλαγή» μέσω των συμβολαίων της ασφάλισης ενός βασικού ποσού που (θα) πληρώνει κάθε φορά ο ασφαλισμένος απ’ την τσέπη του.

Όμως οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους τρόπους συγκλίνουν στην αξιοποίηση των ατομικών δεδομένων (data) των πελατών του κυκλώματος, όχι μόνο των data υγείας αλλά και όλων όσων έχει στην κατοχή του κάθε ένας απ’ αυτούς τους κρίκους: η τράπεζα (πολλά data!), η ιδιωτική ασφαλιστική και δομές υγείας, είτε πρόκειται για ιδιωτικές επιχειρήσεις είτε για δημόσιους οργανισμούς. Με τον συνδυασμό αυτών των δεδομένων και την δημιουργία εξατομικευμένου προφίλ «ευπάθειας», η προώθηση ασθενειών μπορεί να περάσει σ’ ένα «ανώτερο επίπεδο», εξατομικευμένο∙ και ανάλογα πληρωμένο.
Ένα (ηλικιακό) πεδίο που αυτή η εξατομικευμένη προώθηση ασθενειών μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητή είναι οι ανήλικοι / τα παιδιά. Ακόμα κι αν κάποιος / κάποια ενήλικος / ενήλικη έχει την διάθεση να αγνοήσει μια «απειλή υγείας» που τον / την αφορά, δεν θα κάνει το ίδιο για τα παιδιά του / της. H τέτοιου είδους εκστρατεία είναι ήδη γνωστή απ’ την «υπερβολική διάγνωση» της διαταραχής ελλειματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), της παιδικής διπολικής διαταραχής – ακόμα και απ’ την ιατρικοποίηση του μικρού αναστήματος.
Και φυσικά: οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί σαν «μειονεξία» που έχει περιθώριο βελτίωσης∙ και τα «ελαττώματα στο dna»!
Ο ανθρωπολόγος Marshall Sahlins υποστηρίζει ότι η πεποίθηση για το απεριόριστο του επιθυμείν είναι χαρακτηριστικό της Δύσης και κατάγεται απ’ την χριστιανική άποψη περί «εκπεσόντος ανθρώπου» ως θύματος που υποφέρει. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, λέει ο Sahlins, την δημοφιλή ιδέα του ατόμου ως «ενός ατελούς δημιουργήματος αναγκών και επιθυμιών που η επίγεια ζωή του πρέπει να τείνει προς την θέωση της απόλαυσης, την απόδοσης και της αποφυγής του πόνου».
Η ιστορία της επαγγελματικής διαφήμισης δείχνει ότι στην καρδιά της βρίσκεται ακριβώς αυτή η παραδοχή περί του απεριόριστου του επιθυμιών. Από πολλές απόψεις η διαφήμιση θα μπορούσε να θεωρηθεί η συστηματοποίηση του φόβου των ατελειών και του μη ξεπεράσματός τους. Καθόλου συμπτωματικά οι αντικειμενικά πιο υγιείς κοινωνίες φοβούνται περισσότερο την αρρώστια. Φαίνεται παράδοξο, αλλά η προώθηση των φόβων έγκειται στην υπόδειξη του τι σου λείπει ακόμα∙ ή, εφόσον σαν κοινωνία έχεις γενικά περισσότερη υγεία, πόσο πιο πολύ κινδυνεύεις να την χάσεις.

Όταν μια τηλεπικοινωνιακή εταιρεία εμφανίζεται ως “ασφαλιστικός πράκτορας” (γενικά αλλά και υγείας) τι άλλο φαντάζεσθε αν όχι “συγκέντρωση” και συνδυασμό προσωπικών δεδομένων – ερήμην;
Αξιοποιώντας τον ατομισμό οι φαρμακοβιομηχανίες δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα περισσότερο απ’ το να πείσουν τον καθένα για την αξία του να καταναλώνει τα προϊόντα τους. Ο ασθενής είναι καταναλωτής. Και με μια επιδέξια αντιστροφή κάθε καταναλωτής είναι (εν δυνάμει) ασθενής. Αυτό που μπορεί να ονομαστεί είτε ιατρικοποίηση είτε προώθηση ασθενειών πέφτει απ’ το δέντρο της κατανάλωσης σαν ώριμο φρούτο. Και η κατασκευή υγιειονομικών απειλών είναι παιχνιδάκι στα δάση (ή και στις ζούγκλες) αυτών των ατομικών, ταυτόχρονα φιλόδοξων κι όλο και περισσότερο ανασφαλών δέντρων. Οι φαρμακοβιομηχανίες θεωρούν ότι κάνουν κοινωνικό έργο εξοπλίζοντας τους γιατρούς πεδίου αλλά και τους καταναλωτές με κατάλληλους φακούς ώστε να βρίσκουν-εκείνο-που-αγνοούν-αλλά-ξέρουν-ότι-δεν-μπορεί-παρά-να-υπάρχει, μια σκιά ατέλειας και αδυναμίας εδώ και μια άλλη εκεί. Εξασφαλίζουν τα κέρδη τους ασφαλώς∙ και υποστηρίζουν ότι αυτό είναι υψηλή τέχνη.
Ziggy Stardust


