Με το “μανιφέστο” τους τα αρχιστελέχη της Palantir νομίζουν ότι κάνουν κάτι πρωτότυπο. Νομίζουν ότι το να προεκταθεί μια τεχνολογική εφεύρεση όπως οι νευρωνικοί αλγόριθμοι ως εκείνα που φαντάζονται σαν τα ακρότατα πολιτικά όρια (του δικού τους, περιορισμένου ορίζοντα…) είναι κάτι καινούργιο. Νομίζουν ότι η λατρεία-της-τεχνολογίας, εφευρέθηκε μαζί με την διαχείριση τεράστιων όγκων ψηφιακών ιχνών / δεδομένων. Νομίζουν ότι είναι “σοφοί” – ή, ακόμα καλύτερα (γι’ αυτούς) οι ιερείς μιας καινούργιας, ίσως της τελευταίας, θρησκείας.
Σ’ αυτές τις πεποιθήσεις τους είναι πράγματι επικίνδυνοι, αλλά μόνο στο βαθμό που θα θεωρηθούν εκτός Ιστορίας· έξω όχι μόνο απ’ την εξέλιξη της τεχνολογίας αλλά επίσης και ταυτόχρονα έξω απ’ την κυκλική επανάληψη του τεχνοφετιχισμού. Η εφεύρεση του τροχού και της χρήσης του, ή η εφεύρεση της ταπεινής (;) βίδας και της χρήσης της1, έχουν υπάρξει καθοριστικές για την ανθρώπινη “εργαλειακότητα” επί χιλιετίες· και παραμένουν τέτοιες. Οι εφευρέτες τους είναι άγνωστοι, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν “επενδύθηκαν” με κάποιο “μανιφέστο”.
Παρά τις αξιοσημείωτες έως σπουδαίες κατά καιρούς τεχνολογικές εφευρέσεις / εξελίξεις στην πολιτισμική ιστορία του είδους μας, πολλές απ’ τις οποίες έχουν χαθεί,2 η ιδεολογική επένδυσή τους ξεκίνησε σχετικά πρόσφατα. Απ’ τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά, όταν όχι αυτή καθαυτή η όποια μηχανική εφεύρεση αλλά κυρίως η ιδιοκτησία και η χρήση της άρχισε να εγγράφεται στη ρητή ή άρρητη ταξική σύγκρουση. Νωρίτερα η (κάθε) μηχανή είχε πάντα μια συγκεκριμένη πρακτική αξία, ακόμα και για διασκέδαση, κι ως εκεί. Δεν “προεκτεινόταν” ως το καθοριστικό στοιχείο / μοχλός που θα αναμόρφωνε σχέσεις και καταστάσεις έξω απ’ την στενά εννοημένη χρήση της. Μ’ άλλα λόγια δεν ήταν παράδειγμα, μοντέλο ζωής.

