Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς μία εκδοχή του ανθρώπινου είδους η οποία δεν θα γνώριζε καμμία από τις «πολυτέλειες» (ή βαρίδια) της υψηλής τεχνολογίας, από τα ταπεινά πλέον αυτοκίνητα μέχρι τα έξυπνα κινητά. Υπάρχουν, εξάλλου, ακόμα άνθρωποι που βρίσκονται εν ζωή κι έχουν αναμνήσεις από τέτοιες «πρωτόγονες» εποχές. Λιγότερο εύκολο αλλά σίγουρα εφικτό είναι να φανταστεί κανείς μία ζωή δίχως υψηλή (ή όχι και τόσο) τέχνη, χωρίς θέατρα, όπερα και κινηματογράφους, ίσως ακόμα – ακόμα και χωρίς μουσική. Στα όρια του φαντασιακά εφικτού βρίσκεται και η περίπτωση «ανθρώπινων κοινωνιών» χωρίς γλωσσική ικανότητα. Αυτό που σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να διανοηθεί κανείς είναι η περίπτωση ανθρώπων χωρίς τη στοιχειωδέστερη των συμπεριφορών: αυτή της συλλογής (κάτι που αφορά όλα τα έμβια, φυσικά) και κατεργασίας τροφής. Ίσως όχι τυχαία, τα πρώτα εργαλεία που μας προσφέρει το παλαιο-ανθρωπολογικό αρχείο είχαν ακριβώς αυτόν τον στόχο: να διευκολύνουν στη σύλληψη και επεξεργασία της τροφής. Η άνοδος της τεχνικής συνδέεται στενά, λοιπόν, με το «ταπεινότερο» των ενστίκτων, αυτό της πείνας.
Παρά τη σημασία των τεχνικών και τεχνολογιών γύρω από την τροφή και τη διατροφή, ελάχιστοι από τους υποτελείς των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών σχηματισμών έχουν μία έστω αχνή ιδέα για το τι ακριβώς περιλαμβάνουν αυτές οι τεχνολογίες. Ακόμα και οι ίδιοι οι παραγωγοί (αγρότες και κτηνοτρόφοι, με την ευρεία έννοια, στην οποία περιλαμβάνονται και εργοστασιακής κλίμακας μονάδες), μέσα στο σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας που ξεκινάει από ένα χωράφι και καταλήγει σε ένα πιάτο, αποτελούν απλώς έναν κρίκο, χωρίς συνολική εποπτεία όλης της αλυσίδας, που μπορεί να περιλαμβάνει από χημικές τεχνικές συντήρησης, μέχρι τεχνολογίες μεταφοράς / επιμελητείας και high-tech finance πονταρίσματα στην τιμή του ρυζιού. Ο καταμερισμός της εργασίας και των κοινωνικών ρόλων έχει μάλιστα προχωρήσει σε τέτοιο βάθος ώστε για μία σημαντική μερίδα πληθυσμού ακόμα και το μαγείρεμα τείνει να λάβει εντελώς περιθωριακή θέση στην καθημερινότητά του, κάτι σαν αγγαρεία που πρέπει, όσο είναι δυνατό, να ανατίθεται σε άλλους – ο μικροαστός ενδόμυχα πάντα ονειρεύεται να έχει υπηρέτες· αν δεν μπορεί να έχει κυριολεκτικά τέτοιους, σαν σωστός μεγαλοαστός, μπορεί τουλάχιστον να παρηγορείται ότι έχει delivery να του φέρνει κάθε μέρα το φαγητό και τον καφέ στην πόρτα για 8 ευρώ.
Η άγνοια γύρω από την τροφή μεγεθύνεται και από το γεγονός ότι η ίδια εμφανίζεται στο τραπέζι μας απροβλημάτιστα, ότι έχουν παρέλθει(;) οι εποχές σπάνης, τουλάχιστον για μεγάλο κομμάτι του δυτικού κόσμου. Όσο κι αν υπάρχει μία πλημμυρίδα πληροφοριών για προϊόντα τροφής, από το θερμιδικό τους φορτίο μέχρι το βιοχημικό τους περιεχόμενο (ο διατροφολόγος μου μού προτείνει υδατάνθρακες ή πρωτεΐνες σήμερα;), αυτό το είδος γνώσης αφορά σε διατροφικά προϊόντα, που επί της ουσίας βλέπουν την τροφή ως ένα είδος input προς τη «μηχανή του σώματος». Η τροφή, ως η βασικότερη αξία χρήσης, εξακολουθεί να αποτελεί κάτι σαν ταμπού. Αν κανείς δεν προέρχεται από αγρο-κτηνοτροφική οικογένεια, ο όρος που ίσως του έρχεται κατά νου όταν γίνεται λόγος για παραγωγή τροφής είναι η περίφημη «πράσινη επανάσταση». Μέχρι ακόμα και τις αρχές του 20ου αιώνα, οι βασικές τεχνολογίες που εμπλέκονταν στην αγρο-κτηνοτροφική παραγωγή, ως προς τη σύνθεση και τη δυνατότητα παραγωγής έργου, δεν διέφεραν εντυπωσιακά από αυτές που ήταν κυρίαρχες ακόμα και στον μεσαίωνα.1 Η εμφάνιση της μηχανής εσωτερικής καύσης (π.χ., αλλά όχι μόνο, στα τρακτέρ) και των χημικών σκευασμάτων (λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων) κατά τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση ήταν που έδωσαν μία ώθηση αρκετά ισχυρή ώστε να αναδιαμορφωθεί ποιοτικά η (καταρχάς) αγροτική παραγωγή και να πέσει ο αγροτικός πληθυσμός ποσοστιαία σε λιγότερο από το μισό του συνολικού πληθυσμού.
Η λεγόμενη πράσινη επανάσταση, η οποία χρονικά τοποθετείται στις δεκαετίες μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είχε ως στόχο την εντατικοποίηση της χρήσης αυτών των τεχνολογιών. Η ανάπτυξη νέων, πιο αποδοτικών ποικιλιών ρυζιού και σταριού (τροφές υψηλής κατανάλωσης από φτωχούς πληθυσμούς) υπήρξε μία άλλη βασική κατεύθυνση. Η επανάσταση δεν ήταν βέβαια αμιγώς τεχνολογική. Κρίσιμος άξονας ήταν και η αναδιοργάνωση της διαχείρισης της παραγωγής κατά τα βιομηχανικά, εργοστασιακά πρότυπα, προς απελπισία των βοοειδών και των ορνίθων, ίσως και των καλαμποκιών και των ντοματών. Την ίδια στιγμή, έπρεπε να στηθεί και μια υποστηρικτική υποδομή, τόσο σε επίπεδο χρηματοδότησης όσο και σε επίπεδο έρευνας. Από τα διάφορα σχετικά ινστιτούτα που ιδρύθηκαν, ίσως το πιο γνωστό είναι το λεγόμενο CGIAR (Consultative Group on International Agricultural Research – Συμβουλευτική Ομάδα για τη Διεθνή Αγροτική Έρευνα) που γεννήθηκε το 1971 με την υποστήριξη των ηνωμένων εθνών, της παγκόσμιας τράπεζας, αλλά και ευαγών ιδρυμάτων όπως το Rockfeller. Για την ακρίβεια, το CGIAR δεν αποτελείται από ένα μόνο ινστιτούτο, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί κάπως σαν συντονιστικό όργανο διαφόρων κατά τόπους ιδρυμάτων. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η σύνθεση τεχνικών, τεχνολογιών, οικονομικών πρακτικών και θεσμικών πρωτοβουλιών υποτίθεται ότι είχε ως αποτέλεσμα μία έκρηξη της παγκόσμιας αγροτικής παραγωγικότητας, απομακρύνοντας την απειλή του λιμού για εκατομμύρια ανθρώπους. Oύτως ή άλλως, το κίνητρο πίσω από τη θέσπιση του CGIAR ήταν η γενικότερη ανησυχία μετά τον πόλεμο ότι η ταχεία αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχε ως αποτέλεσμα να επανέλθει στο προσκήνιο το φάσμα της σπάνης τροφίμων.2

Υποτίθεται, λοιπόν, ότι η πράσινη επανάσταση υπήρξε μια αναμφισβήτητη επιτυχία του υπερ-τεχνολογικού καπιταλισμού. Το εκ πρώτης όψεως περίεργο, ωστόσο, είναι ότι μισό αιώνα αργότερα οι ίδιες ανησυχίες ανακυκλώνονται και πάλι από τα χείλη των ειδικών και των καθ’ έξιν φιλανθρώπων. Αν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, ο πληθυσμός της γης φτάσει κοντά στα 10 δισεκατομμύρια το 2050, τότε η πληθυσμιακή αύξηση θα πρέπει να συνοδευτεί από μία αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής τροφής. Για την ακρίβεια, η αύξηση της τροφής δεν θα πρέπει να είναι απλώς αντίστοιχη της πληθυσμιακής, αλλά υπολογίζεται ότι θα πρέπει να φτάσει στο 70% ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα λιμού. Πέραν του πληθυσμιακού παράγοντα, ανησυχητικό θεωρείται και το γεγονός ότι το 33% των αρόσιμων εκτάσεων έχει πλέον καταστεί μη παραγωγικό. Ο λόγος για αυτή την εντυπωσιακή αποπτώχευση των χωμάτων; Η υποβάθμιση του εδάφους λόγω διάβρωσης, εντατικής χρήσης χημικών και αποψίλωσης των δασών, πρακτικές που εφαρμόστηκαν ακολουθώντας ακριβώς το υπόδειγμα της πράσινης επανάστασης. Η πρόταση των ειδικών για να επιτευχθεί ο στόχος του 70%, δεδομένης και της υποβάθμισης του εδάφους, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Καινοτόμες τεχνολογίες ακόμα εντατικότερης παραγωγής! Η απάντηση στις πληθυσμιακές (πραγματικές ή φανταστικές) προκλήσεις και στις αποτυχίες (μέσα στην επιτυχία) της πράσινης επανάστασης είναι μία ακόμα επανάσταση. Με άλλα λόγια, σχεδόν απαιτείται μία «διαρκής πράσινη επανάσταση» για να μην πεινάσουμε.
Σε αυτόν τον γύρο, βέβαια, η συνταγή δεν προβλέπει απλώς περισσότερη χημεία και περισσότερη μηχανολογία. Άλλοι κλάδοι έχουν πάρει το προβάδισμα: η πληροφορική και η βιοτεχνολογία, όπως θα ήταν αναμενόμενο.3 Ένας όρος ευρείας κυκλοφορίας στους σχετικούς κύκλους είναι η λεγόμενη «γεωργία ακριβείας» (precision agriculture), προφανώς κατ’ αναλογία προς την ιατρική ακριβείας. Η γενικότερη λογική πίσω από την γεωργία ακριβείας στοχεύει στη συγκέντρωση και ανάλυση μεγάλων δεδομένων από αγρούς ώστε να εντοπίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια η ιδανική χρονική στιγμή και η ιδανική δοσολογία για κάθε παρέμβαση. Δορυφόροι και drone να συλλέγουν εικόνες των χωραφιών, αυτόματα τρακτέρ εξοπλισμένα με GPS για να οργώνουν ή να ραντίζουν αυτόνομα και με υψηλή ακρίβεια, αισθητήρες εδάφους για να μετράνε επίπεδα υγρασίας, pH και ό,τι άλλο μπορεί να φανεί χρήσιμο. Όλα αυτά (ιδανικά) θα συλλέγουν δεδομένα, τα δεδομένα θα τροφοδοτούν μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και ο αγρότης θα μπορεί να έχει ακριβή εποπτεία του χωραφιού του και των αναγκών του ή ακόμα και προβλέψεις σχετικά με το ύψος της σοδειάς. Ένας βασικός στόχος είναι αυτό που θα λέγαμε μείωση της φύρας (π.χ., μείωση της χρήσης νερού και φαρμάκων) ώστε να βελτιστοποιηθεί η απόδοση του αγρού. Δεν είναι μόνο αυτός, όμως. Οι ελλείψεις σε αγροτικό εργατικό δυναμικό επανέρχονται ξανά και ξανά ως θέμα στην σχετική βιβλιογραφία. Η αυτοματοποίηση προτείνεται ως μία κάποια λύση στα αδιέξοδα των αγρο-εργοδοτών.
Αν η μετατροπή του αγρού σε ένα (και) ψηφιακό οικοσύστημα αποτελεί τον ένα βραχίονα της νέας πράσινης επανάστασης, ο άλλος οπλίζεται από τις νέες βιοτεχνολογίες. Ειδικότερα, οι ζηλωτές της γενετικής μηχανικής ανυπομονούν να απαλλαγούν από τα όποια νομικά εμπόδια παραμένουν ακόμα όρθια ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την εφαρμογή τεχνικών γενετικής τροποποίησης ποικιλιών (με ναυαρχίδα την CRISPR). Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση της παραγωγής βρίσκεται στο επίκεντρο μέσω της δημιουργίας ποικιλιών υψηλότερης απόδοσης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δύο τουλάχιστον τρόπους. Είτε μέσω απόσπασης υψηλότερης διατροφικής υπεραξίας (αν επιτρέπεται η κατάχρηση των όρων): αύξηση της σοδειάς σε απόλυτους αριθμούς. Είτε μέσω απόσπασης υψηλότερης σχετικής διατροφικής υπεραξίας: αύξηση του διατροφικού – θερμιδικού περιεχομένου μίας δεδομένης σοδειάς. Το σύμπλεγμα βιοτεχνολογίας και πληροφορικής βρίσκεται, επομένως, στη γραμμή εκκίνησης, έτοιμο να εφορμήσει στους αγρούς, στα λιβάδια και στα βοσκοτόπια.4

Όσο καλά κι αν είναι τα μεγάλα οράματα (κυρίως για αυτούς που τα πουλάνε), μερικά παράδοξα, ωστόσο, είναι συχνά δύσκολο να αγνοηθούν. Υπολογίζεται, για παράδειγμα, ότι, με βάση τις υπάρχουσες τεχνικές αγρο-κτηνοτροφικής παραγωγής, σε κάθε άνθρωπο πάνω στη γη αναλογούν περίπου 2.700 θερμίδες καθημερινά, επίπεδο που είναι υπέρ-αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες ολόκληρου του παγκόσμιου πληθυσμού, ακόμα κι αν όλοι ήταν ενήλικες (εξαιρώντας, φυσικά, τους δυτικούς σαβουροκαταπιόνες, οι οποίοι αρέσκονται να καταναλώνουν τις διπλάσιες θερμίδες και μετά να κυνηγάνε τους fat shamer).5 Αν το σημερινό επίπεδο παραγωγής επαρκεί για να θρέψει τον παγκόσμιο πληθυσμό κι αν, παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ακόμα εκατοντάδες εκατομμύρια που αντιμετωπίζουν οξεία πείνα (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι ηπιότερες μορφές υποσιτισμού), πώς ακριβώς μία ακόμα πράσινη επανάσταση θα λύσει το πρόβλημα; Θα έπρεπε να είναι προφανές (εδώ και δεκαετίες) ότι ο υποσιτισμός δεν είναι θέμα απόλυτων αριθμών και κάποιας απόλυτης σπάνης τροφής. Θα έπρεπε επίσης να είναι προφανές ότι καμμία τεχνολογική «πρόοδος» ή παρέμβαση από μόνη της δεν έχει τη δυνατότητα να λύσει δια μαγείας τέτοια προβλήματα. Αντιθέτως, ενδέχεται ακόμα και να τα επιτείνει. Δύο άλλα νούμερα που γίνονται λίγο – πολύ αυτονόητα δεκτά, ακόμα και από τους πράσινους επαναστάτες, αφορούν στα ποσοστά συμμετοχής των μικρών αγροτών στην κατοχή αγρών και στη συνολική αγροτική παραγωγή. Και τα δύο αυτά ποσοστά υπερβαίνουν το 80%. Με άλλα λόγια, πάνω από το 80% των αγρών ανήκουν σε μικρούς αγρότες και πάνω από το 80% της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων προέρχεται από μικρούς αγρούς! Αν τις νέες βιο-πληροφοριακές τεχνολογίες μπορούν να τις σηκώσουν κατά κύριο λόγο μεγάλοι αγροτο-εργοδότες, τότε γιατί η εισαγωγή τους να μην οδηγήσει εν τέλει σε κατάρρευση της αγροτικής παραγωγής, αν αυτό το 80% εξωθηθεί προς την εξαφάνιση;
Πώς είναι δυνατό, ωστόσο, οι μικροί αγροί που καλύπτουν γύρω στο 80% των αρόσιμων εκτάσεων να προσφέρουν ένα παραπλήσιο ποσοστό στη συνολική παραγωγικότητα τροφίμων; Δεν θα έπρεπε το υπόλοιπο, συγκεντροποιημένο 20%, με την υψηλή μηχανοποίηση και τις διαρκείς φαρμακευτικές επεμβάσεις, να παρέχει υψηλότερο ποσοστό τροφίμων; Δεν θα ήταν πιο λογικό, π.χ., αυτό το 20% των εκτάσεων να παρέχει το 40% των τροφίμων; Μήπως αυτά τα ποσοστά του 80% είναι νούμερα που τα βγάζουν κάποιοι συνωμοσιολόγοι που ψάχνουν να βρουν ποιος εισήγαγε τη γλουτένη στα τρόφιμα για να αποβλακώνεται ο κόσμος; Τα νούμερα αυτά, λοιπόν, όχι μόνο είναι ακριβή, αλλά το φαινόμενο έχει βρει και μία ειδική ονομασία: λέγεται το «παράδοξο της παραγωγικότητας» (productivity paradox). Οι τεχνολογίες μαζικής παραγωγής της πράσινης επανάστασης αποφέρουν όντως μεγαλύτερες σοδειές. Υπό δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, ότι αυτό που μετράται ως σοδειά αφορά ειδικά την ποικιλία η οποία είναι ο κύριος στόχος της παραγωγής – άρα όχι την συνολική παραγωγικότητα ενός αγρού. Δεύτερον, ότι οι μετρήσεις και συγκρίσεις γίνονται σε σχετικά βραχυπρόθεσμες κλίμακες.

Ένα «μικρό» πρόβλημα αυτού του τύπου αγροτικής παραγωγής που στοχεύει σε γιγαντιαίες μονοκαλλιέργειες είναι ότι οδηγεί σε εξάντληση του εδάφους, τόσο ως προς τα θρεπτικά συστατικά του όσο και ως προς τα αποθέματα νερού. Από την άλλη, ο αφανισμός όλων των υπολοίπων ειδών από τον αγρό (δηλαδή, η δραματική μείωση της λεγόμενης βιοποικιλότητας του) τον καθιστά πιο ευάλωτο σε ασθένειες, με τρόπο ίσως παρόμοιο που η εκτροφή ενός μόνο είδους σε κτηνοτροφικές μονάδες τις καθιστά ευάλωτες σε παθογόνα, αν τυχόν ένα παθογόνο δεν συναντά αντίσταση από το γενετικό υλικό αυτού του είδους. Προφανώς, μία τέτοια συνθήκη δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, με τις καλλιέργειες να χρειάζονται περισσότερα φυτοφάρμακα απ’ ό,τι συνήθως για να αντέξουν, τα οποία, με τη σειρά τους, έχουν ως αποτέλεσμα την ταχύτερη αποπτώχευση του εδάφους. Παράγονται έτσι νοσηρά κι εύθραυστα φυτά τα οποία χρειάζονται διαρκή «ιατρική» φροντίδα για να παραμείνουν όρθια (κάτι θυμίζει ίσως αυτό…).
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά στην ίδια τη φύση των μεγάλων καλλιεργειών. Αν οι μικρές καλλιέργειες έχουν ως πρώτιστο στόχο την παραγωγή τροφίμων, σε μεγάλο βαθμό και για λόγους αυτοσυντήρησης των καλλιεργητών, για τις μεγάλες ο στόχος είναι η παραγωγή… κέρδους. Το ποιο «προϊόν» και με ποιον τρόπο θα παραχθεί έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Αν μία ποικιλία καλαμποκιού που χρησιμοποιείται για παραγωγή βιοκαυσίμων, χωρίς να είναι κατάλληλη για βρώση, έχει υψηλότερη τιμή από την κοινή πατάτα, τότε ο οικονομικός «ορθολογισμός» επιβάλλει στον αγρο-επιχειρηματία να ξεριζώσει τις πατάτες του και να ξεκινήσει την καλλιέργεια αυτής της ποικιλίας καλαμποκιού. Με άλλα λόγια, ένα μεγάλο κομμάτι των μεγάλων εκτάσεων εντατικής καλλιέργειας μπορεί να μην στοχεύει καν στην παραγωγή τροφής. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που η καλλιέργεια αφορά σε κάτι βρώσιμο, η σκληρή λογική των συγκεντροποιημένων μονάδων ενδέχεται να προτιμά τη μειωμένη παραγωγικότητα. Ο λόγος είναι και πάλι τα προσδοκώμενα περιθώρια κέρδους. Αν 10 στρέμματα με ελαιόδεντρα μοιράζονται σε 10 αγρότες και ο καθένας παράγει από 100 κιλά ελαιόλαδο, η συνολική παραγωγικότητα θα φτάνει τον 1 τόνο. Αν τα 10 στρέμματα συγκεντρωθούν υπό έναν ιδιοκτήτη, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να φτάσουν στα ίδια επίπεδα παραγωγικότητας. Η μηχανοποίηση μπορεί, π.χ., να μειώσει κατ’ αρχάς τις ανάγκες του νέου ιδιοκτήτη για εργάτες γης από 10 σε 7. Το εργατικό κόστος όμως μπορεί να βρίσκεται και πάλι σε τέτοιο επίπεδο ώστε, από άποψη κέρδους, να τον συμφέρει να απασχολεί 4 εργάτες. Με 4 εργάτες και τις σύγχρονες μηχανές του, ο νέος ιδιοκτήτης μπορεί να αποσπά το μέγιστο ποσοστό κέρδους παράγοντας 700 κιλά αντί για 1 τόνο. Εν πάση περιπτώσει και πέρα από τις λεπτομέρειες, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο (στα πλαίσια της οικονομικής, καπιταλιστικής λογικής) μία επιχείρηση να αυξάνει τα κέρδη της μειώνοντας τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που παρέχει. Και η αγροτική παραγωγή, ειδικά στις μεγάλες καλλιέργειες, τείνει να οργανώνεται στη λογική ακριβώς της επιχείρησης.

Υπάρχει μήπως περίπτωση η νέα πράσινη επανάσταση να σώσει τους μικρούς καλλιεργητές, όπως ευαγγελίζονται οι υπέρμαχοι της; Καθόλου βέβαιο, ακόμα κι αν κανείς μείνει στα όσα λένε οι ίδιοι και όχι διάφοροι δύστροποι που δεν εννοούν να ευλογούν γονυπετείς το ο,τιδήποτε «πράσινο». Ένα αυτόνομο τρακτέρ κοστίζει αυτή τη στιγμή γύρω στα 300.000 με 500.000 δολάρια. Το κόστος για την ψηφιοποίηση ενός αγρού μέσω εμφύτευσης αισθητήρων στο έδαφος μπορεί να φτάσει ακόμα και τα 2.000 δολάρια ανά 10 στρέμματα. Μιας και τα 10 στρέμματα αποτελούν ελάχιστη έκταση με βάση τα σημερινά δεδομένα, η ψηφιοποίηση ενός «φυσιολογικού» αγρού εκατοντάδων στρεμμάτων θα απαιτούσε δεκάδες χιλιάδες δολάρια. Και για όσους σκεφτούν να μειώσουν το εμβαδόν των εκτάσεών τους υιοθετώντας τεχνικές καθετοποιημένης, υδροπονικής ή αεροπονικής καλλιέργειας (vertical farming), θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το ενεργειακό κόστος τέτοιων εγκαταστάσεων είναι 3 ως 5 φορές μεγαλύτερο από αυτό μίας «παραδοσιακής» καλλιέργειας. Πρόκειται φυσικά για επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο τέτοιου μεγέθους που βρίσκονται εκτός των δυνατοτήτων αυτού του 80% των μικρο-καλλιεργητών.
Το ακόμα πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μας, βρίσκεται κάπου άλλου: στους δεσμούς (ακόμα πιο έντονης) εξάρτησης που πρόκειται να δημιουργηθούν ανάμεσα στους αγρότες από τη μία και στους παρόχους των σχετικών τεχνολογιών από την άλλη. Ένα απλό παράδειγμα είναι το εξής. Οι διάφοροι ρομπο-συλλέκτες (harverster) που προτείνεται να εισαχθούν, αντικαθιστώντας επί της ουσίας τους εργάτες, παρότι ακούραστοι, έχουν κάποιες συγκεκριμένες προδιαγραφές λειτουργίας. Για να μπορούν να λειτουργούν εύρυθμα, θα πρέπει και τα φυτά να συμμορφώνονται προς αυτές τις προδιαγραφές, π.χ., οι καρποί να έχουν ένα συγκεκριμένο χρώμα που αναγνωρίζει εύκολα η μηχανική όραση του συλλέκτη. Για να εξασφαλιστεί αυτό όμως, ίσως χρειάζεται να πειραχτεί γενετικά η ποικιλία του συγκεκριμένου φυτού ώστε να παράγει καρπούς με αυτό το συγκεκριμένο χρώμα και μόνο. Και όλοι γνωρίζουν ήδη καλά τι σημαίνει εξάρτηση από γενετικά τροποποιημένους σπόρους που αποτελούν ιδιοκτησία αγρο-βιομηχανιών.

Όσον αφορά στο αμιγώς ψηφιακό κομμάτι τώρα, δεν θα περίμενε φυσικά κανείς τα δεδομένα που συλλέγονται από αισθητήρες να μένουν στα χέρια του αγρότη. Πρώτον, οι εταιρείες που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες και προϊόντα απαγορεύουν στους πελάτες τους να τα ανοίξουν και να τα πειράξουν ώστε να τους εξυπηρετούν καλύτερα. Πρέπει να τα βλέπουν ως μαύρα κουτιά. Μάλιστα, αγρο-βιομηχανίες όπως η Pioneer και η Monsanto θέτουν επιπλέον ως προϋπόθεση σε όσους θέλουν να αγοράσουν τις υπηρεσίες τους τεχνητής νοημοσύνης να είναι ήδη πελάτες των σπόρων τους, οδηγώντας τους σε έναν ακόμα πιο σφικτό εναγκαλισμό μαζί τους. Δεύτερον, εννοείται ότι τα δεδομένα των αγρών μεταφέρονται σε κεντρικά data center που ανήκουν στις εταιρείες παροχής υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης και επεξεργασίας δεδομένων. Την ίδια στιγμή, οι συγκεκριμένες εταιρείες απαιτούν συχνά από τους αγρότες – πελάτες τους να υπογράφουν συμφωνητικά αποποίησης ευθυνών· οι ίδιες δεν θα φέρουν καμμία ευθύνη σε περίπτωση αστοχίας υλικού ή κακής σοδειάς ή σε κάθε άλλη περίπτωση που κάτι πάει στραβά. Το αποτέλεσμα είναι οι αγρότες να αισθάνονται, όπως ήδη πολλοί από αυτούς παραπονιούνται, ότι πλέον το χωράφι τους δεν τους ανήκει, ότι έχουν μετατραπεί σε εργαζομένους των εταιρειών. Δεν χρησιμοποιούν εργαλεία όπως τους βολεύει για να διευκολυνθούν στην εργασία τους, αλλά μετατρέπονται οι ίδιοι σε απλό παρακολούθημα και συμπλήρωμα των «εργαλείων» τους.
Δεν είναι, βέβαια, άστοχο αυτό το ίσως κάπως ασαφές και συγκεχυμένο αίσθημα δυσφορίας όσων δουλεύουν με τη γη, μικρών και μεγάλων. Για να γίνουν, όμως, λίγο πιο σαφείς και συγκεκριμένες οι αιτίες και οι πηγές του, θα ήταν χρήσιμο να ενταχθεί σε μία ευρύτερη και πιο μακροσκοπική θεώρηση της εξέλιξης του αγροτικού βιοπορίζεσθαι. Παραδοσιακά, η ενασχόληση με τη γη δομούνταν στη βάση σχετικά μικρών, αυτόνομων κοινωνικών ομάδων, συχνά με οικογενειακούς δεσμούς συνοχής. Αυτή η εποχή έχει φυσικά παρέλθει προ πολλού (μιλώντας πάντα για τους αγρότες των πιο καπιταλιστικά προωθημένων σχηματισμών), όσο κι αν ακόμα παραμένουν κάποια αχνά απεικάσματα μίας τέτοιας οικογενειοκρατικής σχέσης εργασίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αγροτική παραγωγή τείνει να οργανώνεται στα πρότυπα μίας οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης. Αυτό συνεπάγεται τουλάχιστον δύο πράγματα. Από την μία, την ολοένα και εντονότερη μηχανοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας. Από την άλλη, την εξάρτηση από χρηματοδοτικούς μηχανισμούς δανεισμού.
Αυτή η επιχειρηματοποίηση της (πάλαι ποτέ) «αγροτιάς» δεν είναι άνευ συνεπειών. Αντιθέτως, την μετατρέπει σε σημείο διασταύρωσης μίας ολόκληρης συστοιχίας διανυσμάτων πίεσης. Μία πρώτη συνέπεια έχει να κάνει με την εισαγωγή της λογικής των οικονομιών κλίμακας στην αγροτική παραγωγή.6 Η εξάρτηση από τις μηχανές και το κεφάλαιο (για να το εκφράσουμε κάπως απλοϊκά) έχει πολλές φορές ως αποτέλεσμα την άνοδο των λεγόμενων μεταβλητών εξόδων (variable costs: τα έξοδα που μεταβάλλονται καθώς αυξάνεται ο όγκος της παραγωγής) ως ποσοστό των συνολικών εξόδων. Οι επιπλέον εργατικές ώρες πρέπει(;) να πληρωθούν ως υπερωρίες, οι επιπλέον κιλοβατώρες κοστίζουν περισσότερο όσο αυξάνεται η κατανάλωση, τα επιτόκια των δανείων που πρέπει να αποπληρωθούν διογκώνονται. Το τελικό αποτέλεσμα είναι να μειώνεται και το ποσοστό κέρδους ανά μονάδα προϊόντος. Το αδιέξοδο αυτό μπορεί να σπάσει με διάφορους τρόπους. Ένας είναι απλώς να αρνηθεί ο αγρο-παραγωγός να αυξήσει την παραγωγή του, ειδικά αν το οριακό κόστος (κόστος μίας μονάδας προϊόντος) υπερβαίνει το αναμενόμενο κέρδος (αναφερθήκαμε ήδη σε αυτό). Μία άλλη διέξοδος είναι η «φυγή προς τον ουρανό», ήτοι η υιοθέτηση οικονομιών κλίμακας ώστε να αυξηθεί σε απόλυτους αριθμούς η παραγωγή κι έτσι, πολλαπλασιαζόμενη με ένα σχετικά μικρό περιθώριο κέρδους, να αφήνει ένα ικανοποιητικό απόλυτο κέρδος. Τρίτη επιλογή είναι η μετατόπιση προς άλλες ποικιλίες, πιο επικερδείς, ακόμα κι αν αυτές δεν έχουν διατροφική αξία (και σε αυτό αναφερθήκαμε). Τέλος, υπάρχει πάντα και η δυνατότητα το κεφάλαιο να αποσυρθεί τελείως από την αγροτική παραγωγή για να μεταβεί σε πιο χλοερά πεδία (μεταφορικά μιλώντας) κερδοφορίας. Με αυτόν τον τρόπο, η αγροτική παραγωγή μετατρέπεται σε σεισμογράφο των ευρύτερων οικονομικών εξελίξεων και αναταράξεων. Το ίδιο και όσοι βιοπορίζονται από αυτή.
Την ίδια στιγμή έχουν πολλαπλασιαστεί και οι κρίκοι της αλυσίδας που ενώνουν την παραγωγή τροφής με την τελική κατανάλωσή της. Αν κάποτε ο αγρότης συνιστούσε το σημείο μηδέν αυτής της αλυσίδας, το πρώτο κινούν της, τώρα έχει μετατοπιστεί πιο κοντά προς το μέσον της. Πριν από αυτόν και ως προϋπόθεση για τη δική του ύπαρξη, τοποθετούνται οι εταιρείες που του παρέχουν τον (υψηλά εξειδικευμένο) μηχανολογικό εξοπλισμό του, όσες του παρέχουν λιπάσματα, φυτοφάρμακα και σπόρους και φυσικά ευαγή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ως πηγές δανεισμού. Μετά από αυτόν στην αλυσίδα έπονται εταιρείες επεξεργασίας, μεταποίησης και αποθήκευσης, εταιρείες μεταφορών και επιμελητείας και φυσικά παντοειδείς χονδρέμποροι και λιανέμποροι, από τις λαϊκές αγορές και τα μανάβικα μέχρι τα σούπερ μάρκετ. Μία τέτοια συνθήκη έχει τις προϋποθέσεις να λειτουργήσει ως οικονομική μέγγενη για τους αγρότες, δεδομένων και των ιδιαιτεροτήτων της αγροτικής παραγωγής. Για την πλειοψηφία των σημερινών δυτικών υποκειμένων, όπως έχουν συνηθίσει να εργάζονται με τακτοποιημένα φύλλα του Excel, να κινούνται σε δρόμους που πάντα έχουν ένα κάποιο όνομα και απλά να ανοίγουν το ψυγείο όποτε πεινάσουν, ίσως μοιάζει αδιανόητο, αλλά είναι πραγματικότητα. Η αγροτική παραγωγή διακρίνεται από έναν υψηλό βαθμό τυχαιότητας. Ποτέ δεν είναι βέβαιο ότι μέσα σε μία ημέρα θα παραχθούν Χ μονάδες προϊόντος.
Όταν τώρα ένας εκ της φύσεως του απρόβλεπτος κλάδος εκτίθεται στη λογική της αγοράς, η αγορά δεν μπορεί φυσικά να ανεχτεί τέτοια καπρίτσια. Αν ο έλεγχος της ίδιας της αγροτικής παραγωγής δεν είναι πάντα δυνατός, είναι, ωστόσο, δυνατός ο έλεγχος των αγροτών, των εργατών και των οικονομικών κύκλων γύρω από αυτή, π.χ., μέσω μεταφοράς κόστους, επιφυλάσσοντας στον κρίκο της παραγωγής τον ρόλο του απορροφητήρα και της ανάρτησης. Ταυτόχρονα, παρά τις «προόδους» της μηχανοποίησης, ο κρίκος της παραγωγής εξακολουθεί να φέρει εντονότερα το «στίγμα» της εργασίας. Παραμένει υψηλής έντασης εργασίας. Κυμαινόμενης έντασης, με το ζενίθ της τυπικά στις περιόδους συγκομιδής, αλλά πάντως υψηλής. Όταν οι γειτονικοί κρίκοι της αλυσίδας (ειδικά ορισμένοι κρίσιμης σημασίας, όπως οι εταιρείες σπόρων) οργανώνονται σε μονάδες υψηλής τεχνολογίας και οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου κι άρα με μικρότερα περιθώρια απόσπασης υπεραξίας, τότε ο τρόπος για να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν τα κέρδη τους είναι με το να στήσουν μία ανάστροφη, οιονεί βαμπιρική ροή κερδών από τον κρίκο της παραγωγής προς τους ίδιους.7 Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι να δημιουργείται ένα ακόμα έμβολο πίεσης προς την παραγωγή, με όλο και πιο άγριες μεθόδους απόσπασης υπεραξίας.8 9 Με άλλα λόγια, ο κρίκος της παραγωγής γίνεται κάτι σαν σάκος του μποξ πάνω στον οποίο μπορούν να ξεσπάνε οι υπόλοιποι που επικολλώνται πάνω του σαν βδέλλες. Με το να μεταφέρουν τις χασούρες, τις αβεβαιότητες και τις προσδοκίες τους για κέρδη σε αυτόν.
Αν η παραπάνω προσέγγιση ευσταθεί έστω και σε αδρές γραμμές, τότε η άλλη όψη του νομίσματος της γεωργίας ακριβείας γράφει «ταιηλοροποίηση της γεωργίας». Η έφοδος των βιοτεχνολογιών και των τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης στους αγρούς έχει ειδικότερες στοχεύσεις. Μετά την μηχανοποίηση των αγρών, στόχος (δηλωμένος, εξάλλου) της τώρα επιχειρούμενης ψηφιοποίησης τους είναι να χαμηλώσει ο βαθμός «αμφισημίας» τους, να καταστούν πιο προβλέψιμοι και διαχειρίσιμοι. Όχι μόνο οι ίδιοι, φυσικά, αλλά και όσοι εργάζονται με και σε αυτούς. Αν για αυτόν τον σκοπό χρειάζεται οι καλλιέργειες να γίνουν αεροπονικές για να απαλλαγούν από τα ενοχλητικά πια χώματα και να καθετοποιηθούν μέσα σε κλειστά, κλιματικά ελεγχόμενα περιβάλλοντα, τόσο το καλύτερο. Η φύση, όχι μόνο στις πιο άγριες, αλλά πλέον και στις πιο δαμασμένες (δηλαδή καλλιεργημένες) της πλευρές, θα μεταπέσει σε μουσειακό είδος και σε ευκαιρία για σχολικές εκδρομές για να δουν τα παιδιά πώς παρήγαν κάποτε τις θερμίδες τους τα απολειφάδια του 20ου αιώνα.
Ταηλοροποίηση χωρίς επιτήρηση, ωστόσο, δεν νοείται. Αν η άμεση υπαγωγή των (μικρών και μεγάλων) αγροτών στις επιταγές μίας εργοδοσίας και μίας γραμμής παραγωγής δεν είναι εφικτή – εν μέρει και λόγω υπαρκτών, αντικειμενικών γεωχωρικών περιορισμών – είναι δυνατή, παρ’ όλα αυτά, η αποκεντρωμένη «ενοποίηση» τους μέσω της σταδιακής αποειδίκευσής τους. Η συνταγή είναι παλαιόθεν δοκιμασμένη. Το καινούριο στοιχείο αυτή τη φορά είναι ότι οι τοίχοι του «αγροτικού εργοστασίου» μοιάζουν αόρατοι, καθότι ψηφιακοί. Όσο κι αν δεν τους βλέπουν, αυτούς τους τοίχους διαισθάνονται οι αγρότες να στενεύουν· ίσως για να πετάξουν σύντομα τους ίδιους απ’ έξω.
Separatrix

Ειδικότερα για την Ελλάδα, αυτή η «μεσαιωνική» (ο όρος χρησιμοποιείται χωρίς υποτιμητική πρόθεση) περίοδος εκτεινόταν σε όλο το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. ↩︎- Φυσικά, εννοείται ότι παρακλάδια των ιδρυμάτων του Gates (βλ. το Gates Ag One) έχουν βάλει στο στόχαστρό τους το CGIAR, παρέχοντας αφειδώς χρηματοδότηση. Προς το παρόν, η σχέση φαίνεται να είναι κυρίως χρηματοδοτική. ↩︎
- Ενδεικτικά, βλ. το πρόσφατο Chen X (2025) The role of modern agricultural technologies in improving agricultural productivity and land use efficiency. Front. Plant Sci. 16:1675657 ↩︎
- Αναμένουμε εναγωνίως τη στιγμή που αυτόματα τρακτέρ θα εισβάλλουν στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας για δακοκτονία, ψεκάζοντας με φάρμακα τα σταθμευμένα C-130, δηλωμένα από το πανδαιμόνιο ελληνικό πνεύμα ως ελαιόδεντρα. ↩︎
- Ένα θέμα εδώ είναι ότι δεν έχουν όλες αυτές οι θερμίδες υψηλή διατροφική αξία. Παράγεται και πολύ σκουπίδι ώστε να μπορούν πολλοί να πνίγουν εκεί μέσα τις καταθλίψεις τους. ↩︎
- Βλ. τις σχετικές αναλύσεις του Ολλανδού κοινωνιολόγου Jan Douwe van der Ploeg, π.χ., το άρθρο του The Food Crisis, Industrialized Farming and the Imperial Regime (2010). ↩︎
- Έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στον μηχανισμό αυτό μέσα από τις σελίδες του Cyborg. Βλ. τις αναλύσεις του Caffentzis, ειδικά το «Γιατί οι μηχανές δεν μπορούν να δημιουργήσουν αξία», εκδ. Λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα. ↩︎
- Στην Ελλάδα, που ούτως ή άλλως παραδοσιακά θεωρείται οικονομία έντασης εργασίας, τέτοιες μέθοδοι είναι καλά εμπεδωμένες ανά την επικράτεια. ↩︎
- Ορισμένες αναλύσεις φτάνουν να κάνουν λόγο για τα λεγόμενα food empire, δηλαδή για ολόκληρα δίκτυα που στήνονται γύρω από την αγροτική παραγωγή για να την απομυζούν. Θεωρούν ότι ένα μεγάλο κομμάτι του κέρδους που αποσπάται στον αγροτικό τομέα οφείλεται σε ανορθόδοξες (από ορθολογική, καπιταλιστική άποψη) μεθόδους. Αντί να οργανώνουν ορθολογικά την παραγωγή, τοποθετούνται περιμετρικά αυτής και αποσπούν κέρδη μέσω ενοικίων, πατεντών, συγκέντρωσης κι εκμετάλλευσης δεδομένων και άλλων τέτοιων παρασιτικών πρακτικών. Βλ. πάλι τον van der Ploeg. ↩︎
